Το νερό στη Θεσσαλία δεν είναι πλέον απλώς ένα ζήτημα διαχείρισης φυσικών πόρων. Σύμφωνα με τους ειδικούς, έχει εξελιχθεί σε μια κρίση με βαθιές περιβαλλοντικές, οικονομικές και κοινωνικές προεκτάσεις, που απειλεί το μέλλον ολόκληρου του θεσσαλικού κάμπου.
«Το υδατικό πρόβλημα στη Θεσσαλία μπορεί πλέον να χαρακτηριστεί ως μια οικολογική καταστροφή», τονίζει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Νικήτας Μυλόπουλος, καθηγητής του Τμήματος Πολιτικών Μηχανικών του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας και διευθυντής του Εργαστηρίου Υδρολογίας και Ανάλυσης Υδατικών Συστημάτων.
Όπως εξηγεί, το βασικό πρόβλημα είναι ότι εδώ και δεκαετίες η περιοχή καταναλώνει περισσότερο νερό από όσο μπορεί να αναπληρώσει ο φυσικός υδρολογικός κύκλος.
Με απλά λόγια, κάθε χρόνο δεν εξαντλούνται μόνο τα νερά που φέρνουν οι βροχές και τα χιόνια, αλλά και τα μόνιμα αποθέματα που έχουν συσσωρευτεί στο υπέδαφος επί δεκαετίες και αποτελούν πολύτιμη φυσική κληρονομιά για τις επόμενες γενιές.
Οι ξηρές χρονιές κάνουν την κατάσταση ακόμη χειρότερη
Αν αυτή είναι η εικόνα σε μια «κανονική» χρονιά, το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο πιεστικό όταν οι βροχοπτώσεις μειώνονται.
Ο καθηγητής προειδοποιεί ότι το υδατικό έλλειμμα που ήδη καταγράφεται στις λεκάνες του Πηνειού και της Κάρλας θα ενταθεί τα επόμενα χρόνια, εφόσον δεν υπάρξει μια συνολική αναθεώρηση της πολιτικής διαχείρισης του νερού στη Θεσσαλία.
Όπως σημειώνει, για χρόνια έμειναν πίσω κρίσιμα έργα συλλογής και αποθήκευσης νερού, δίκτυα μεταφοράς, συλλογικά αρδευτικά συστήματα και άλλα εγγειοβελτιωτικά έργα, ενώ παράλληλα δεν προωθήθηκαν στον απαιτούμενο βαθμό σύγχρονες μέθοδοι άρδευσης που θα μπορούσαν να περιορίσουν σημαντικά τις απώλειες νερού.
Παράλληλα, τονίζει την ανάγκη ενός νέου σχεδιασμού των καλλιεργειών, που θα λαμβάνει υπόψη τόσο τις πραγματικές δυνατότητες των οικοσυστημάτων όσο και τις νέες συνθήκες που δημιουργεί η κλιματική κρίση.
Γεωτρήσεις στα 200 μέτρα και νερό υποβαθμισμένης ποιότητας
Ιδιαιτέρως δύσκολη είναι η κατάσταση στις περιοχές που εξαρτώνται από γεωτρήσεις.
Σύμφωνα με τον Νικήτα Μυλόπουλο, η στάθμη των υπόγειων υδροφορέων έχει υποχωρήσει δραματικά, φτάνοντας σε ορισμένες περιοχές ακόμη και τα 200 μέτρα βάθος, γεγονός που δείχνει το μέγεθος της υπεράντλησης που έχει προηγηθεί.
Παρότι οι συνέπειες της ανομβρίας γίνονται συνήθως πιο άμεσα αισθητές στους επιφανειακούς ταμιευτήρες, όπου η έλλειψη νερού φαίνεται γρήγορα, οι περιοχές που βασίζονται στις γεωτρήσεις αντιμετωπίζουν ένα εξίσου σοβαρό αλλά πιο αργό πρόβλημα: τη συνεχή εξάντληση των υπόγειων αποθεμάτων.
Ταυτόχρονα, ο καθηγητής επισημαίνει ότι δεν πρόκειται μόνο για ζήτημα ποσότητας. Σε πολλές περιοχές η ποιότητα του νερού είναι ήδη σημαντικά υποβαθμισμένη, γεγονός που δυσκολεύει ακόμη περισσότερο την κατάσταση.
Ο Πηνειός ως καθρέφτης της κρίσης
Χαρακτηριστικό παράδειγμα της κατάστασης αποτελεί ο Πηνειός, ο μεγαλύτερος ποταμός της Θεσσαλίας και ένας από τους σημαντικότερους της χώρας.
Με λεκάνη απορροής έκτασης περίπου 9.747 τετραγωνικών χιλιομέτρων, ο ποταμός αποτυπώνει με τον πιο εμφανή τρόπο τη διατάραξη του υδατικού ισοζυγίου της περιοχής.
Όπως αναφέρει ο Νικήτας Μυλόπουλος, τα σημάδια της κρίσης είναι πλέον εμφανή τόσο στη μειωμένη παροχή νερού όσο και στην ποιοτική υποβάθμιση του ποταμού, ο οποίος δέχεται επί χρόνια κάθε είδους επιβαρύνσεις και απορρίψεις.
Μάλιστα, ο ίδιος υπογραμμίζει ότι το ποσοτικό και το ποιοτικό πρόβλημα δεν μπορούν να εξεταστούν ξεχωριστά.
Από τη μία πλευρά, οι ίδιες αιτίες –όπως η υπερεντατική γεωργική δραστηριότητα– έχουν οδηγήσει τόσο στην εξάντληση των υδατικών αποθεμάτων όσο και στην επιβάρυνση των νερών με φυτοφάρμακα και άλλους ρύπους.
Από την άλλη, όσο μειώνεται η ποσότητα του διαθέσιμου νερού, τόσο αυξάνονται οι συγκεντρώσεις των ρύπων, με αποτέλεσμα η υποβάθμιση της ποιότητας να γίνεται ακόμη εντονότερη.
















