Στις 30 Οκτωβρίου 1918 η Οθωμανική Αυτοκρατορία, ηττημένη στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, υπέγραψε την Ανακωχή του Μούδρου με τις συμμαχικές δυνάμεις. Με τη συμφωνία αυτή η οθωμανική κυβέρνηση υποχρεωνόταν να παραδώσει τα οχυρά των Στενών, να αφοπλίσει το στρατό της και να επιτρέψει στους συμμάχους να ελέγχουν στρατηγικά σημεία και τις επικοινωνίες της Αυτοκρατορίας. Παράλληλα, οι νικήτριες δυνάμεις αποκτούσαν το δικαίωμα στρατιωτικής επέμβασης όπου θεωρούσαν ότι διαταράσσεται η τάξη.
Η ήττα σήμανε και την κατάρρευση του νεοτουρκικού καθεστώτος. Το Κομιτάτο «Ένωση και Πρόοδος», η εθνικιστική οργάνωση που είχε κυριαρχήσει πολιτικά και είχε οργανώσει τις μαζικές διώξεις των χριστιανικών πληθυσμών, αυτοδιαλύθηκε τυπικά τον Οκτώβριο του 1918. Πολλά από τα ηγετικά στελέχη του διέφυγαν στο εξωτερικό για να αποφύγουν τη δίωξη, ενώ άλλοι πέρασαν στην παρανομία, διατηρώντας επαφές με ένοπλες ομάδες στην Ανατολία.
Οι Έλληνες, οι Αρμένιοι και οι Ασσύριοι είχαν ήδη βιώσει τα πιο βίαια χρόνια των διώξεων. Ολόκληρες περιοχές είχαν ερημώσει, εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι είχαν χάσει τη ζωή τους, ενώ χιλιάδες παιδιά είχαν εξισλαμιστεί και δοθεί βίαια σε μουσουλμανικές οικογένειες. Οι χριστιανικές κοινότητες που επέζησαν προσπαθούσαν πλέον να ανασυγκροτηθούν μέσα σε ένα περιβάλλον αβεβαιότητας και φόβου.
Οι ευθύνες των συμμάχων των Νεότουρκων
Οι Γερμανοί και οι Αυστριακοί σύμμαχοι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας είχαν πλήρη εικόνα για όσα συνέβαιναν κατά τη διάρκεια του πολέμου σε βάρος των χριστιανικών πληθυσμών.
Διπλωματικές αναφορές, μαρτυρίες και μεταγενέστερες έρευνες δείχνουν ότι οι γενοκτονικές πολιτικές των Νεότουρκων ήταν γνωστές στα κέντρα εξουσίας του Βερολίνου και της Βιέννης.
Σύγχρονες ιστορικές μελέτες έχουν αναδείξει όχι μόνο τη γνώση των γεγονότων, αλλά και τη στρατιωτική και υλικοτεχνική υποστήριξη που παρείχε η καϊζερική Γερμανία στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Έρευνες που δημοσιοποιήθηκαν τα τελευταία χρόνια αναφέρουν ότι γερμανικά όπλα χρησιμοποιήθηκαν στις επιχειρήσεις εξόντωσης των Αρμενίων, ενώ Γερμανοί αξιωματικοί συμμετείχαν συμβουλευτικά στο σχεδιασμό στρατιωτικών επιχειρήσεων.
Παράλληλα, η οθωμανική ηγεσία είχε αξιοποιήσει τον θρησκευτικό παράγοντα ήδη από τα χρόνια του πολέμου. Με την υποστήριξη των συμμάχων της, η Αυτοκρατορία είχε κηρύξει τζιχάντ, έναν «ιερό πόλεμο», επιχειρώντας να κινητοποιήσει τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς απέναντι στους χριστιανούς της Ανατολής και τις δυνάμεις της Αντάντ.
Η περίοδος της Ανακωχής
Μετά τον Μούδρο, η οθωμανική κυβέρνηση προσπάθησε να εμφανιστεί πρόθυμη να τιμωρήσει όλους όσοι ευθύνονταν για τα εγκλήματα της περιόδου του πολέμου. Έλληνες βουλευτές στην οθωμανική Βουλή ζήτησαν την παραπομπή των υπευθύνων για τις σφαγές Ελλήνων και Αρμενίων, ενώ ο τότε πρωθυπουργός Νταμάντ Φερίντ είχε χαρακτηρίσει δημόσια τις διώξεις «ασυγχώρητο έγκλημα».
Ωστόσο, η πραγματικότητα στην Ανατολία και στον Πόντο παρέμενε εντελώς διαφορετική.
Οι τοπικές Αρχές συχνά συνέχιζαν να λειτουργούν με εχθρικό τρόπο απέναντι στους χριστιανικούς πληθυσμούς, ενώ ένοπλες μουσουλμανικές ομάδες και υπολείμματα των νεοτουρκικών ταγμάτων συνέχιζαν τη δράση τους στην ύπαιθρο.
Ιδιαιτέρως στον Πόντο, οι Αρχές προσπαθούσαν να εμποδίσουν την επιστροφή χιλιάδων Ελλήνων που είχαν καταφύγει στη Ρωσία κατά τη διάρκεια του πολέμου. Υπολογίζεται ότι περίπου 85.000 άνθρωποι είχαν εκπατριστεί εκείνα τα χρόνια.
Παράλληλα, πολλοί ανώτεροι Οθωμανοί αξιωματικοί μετακινούνταν ήδη στην Ανατολία με στόχο να αποτρέψουν τη διάλυση του στρατού και να δημιουργήσουν έναν νέο εθνικιστικό πυρήνα εξουσίας. Η ανακωχή, αντί να οδηγήσει σε σταθεροποίηση, εξελισσόταν σταδιακά σε περίοδο ανασύνταξης του τουρκικού εθνικισμού.
Η αποστολή του Μουσταφά Κεμάλ στη Σαμψούντα
Τον Μάιο του 1919 ο Μουσταφά Κεμάλ στάλθηκε στη Σαμψούντα ως επιθεωρητής του οθωμανικού στρατού. Επισήμως, αποστολή του ήταν η αποκατάσταση της τάξης στην περιοχή και η προστασία των χριστιανικών πληθυσμών από τις συγκρούσεις και τις ένοπλες ομάδες.
Οι βρετανικές υπηρεσίες πληροφοριών αντιμετώπιζαν ήδη με μεγάλη επιφυλακτικότητα τον Κεμάλ και προσπάθησαν να αποτρέψουν την αποστολή του.
Την ημέρα της αναχώρησής του, στις 16 Μαΐου 1919, οι βρετανικές Αρχές ζήτησαν από την κυβέρνηση του σουλτάνου να ακυρώσει το διορισμό του. Ήταν όμως αργά· το πλοίο που μετέφερε τον Κεμάλ και το επιτελείο του είχε ήδη αποπλεύσει για τον Πόντο.
Η άφιξή του συνέπεσε χρονικά με την απόβαση του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη, γεγονός που προκάλεσε οργή στους τουρκικούς εθνικιστικούς κύκλους. Για μεγάλο μέρος του μουσουλμανικού πληθυσμού, η παρουσία ελληνικού στρατού στη Μικρά Ασία θεωρήθηκε αδιανόητη εξέλιξη.
Σύντομα ο Μουσταφά Κεμάλ άρχισε να οργανώνει ένα νέο εθνικιστικό κίνημα στην Ανατολία. Αξιοποίησε παλαιά νεοτουρκικά δίκτυα, στρατιωτικούς, τοπικούς παράγοντες, θρησκευτικούς ηγέτες και ένοπλες ομάδες, επιδιώκοντας να συγκροτήσει έναν δεύτερο πόλο εξουσίας απέναντι στη σουλτανική κυβέρνηση της Κωνσταντινούπολης.
Ο κεμαλικός εθνικισμός και το νέο «τζιχάντ»
Το καλοκαίρι του 1919 ο Μουσταφά Κεμάλ παραιτήθηκε από τον οθωμανικό στρατό και προχώρησε ανοιχτά στη συγκρότηση του εθνικιστικού του κινήματος. Βασικός στόχος ήταν η αποτροπή των διεκδικήσεων των χριστιανικών πληθυσμών και η διατήρηση της τουρκικής κυριαρχίας στην Ανατολία.
Τα συνέδρια του Ερζερούμ και της Σεβάστειας το 1919 αποτέλεσαν κομβικά βήματα για την πολιτική εδραίωση του κεμαλικού κινήματος.
Παράλληλα, ο Κεμάλ επιχείρησε να κινητοποιήσει τους συντηρητικούς μουσουλμανικούς πληθυσμούς αξιοποιώντας θρησκευτική ρητορική και σύμβολα του Ισλάμ.
Παρότι παρουσιαζόταν ως εκφραστής ενός κοσμικού εθνικισμού, υιοθέτησε τη ρητορική του «ιερού πολέμου» απέναντι στους «άπιστους», δηλαδή κυρίως στους Έλληνες και στους Αρμένιους. Μετά τη μάχη του Σαγγάριου το 1921 θα λάβει και τον τίτλο του gazi, του «ιερού πολεμιστή».
Την ίδια στιγμή, η Οθωμανική Αυτοκρατορία βυθιζόταν σε εσωτερική σύγκρουση. Η κυβέρνηση του σουλτάνου χαρακτήριζε τον Κεμάλ στασιαστή και εχθρό της θρησκείας, ενώ ο Σειχ ουλ Ισλάμ είχε εκδώσει ακόμα και ένταλμα σύλληψής του. Στην Ανατολία ξέσπασε ουσιαστικά εμφύλιος πόλεμος ανάμεσα στις δυνάμεις που παρέμεναν πιστές στον σουλτάνο και στους κεμαλικούς εθνικιστές.
Ο Μουσταφά Κεμάλ επικράτησε τελικά με σκληρές μεθόδους καταστολής. Τα λεγόμενα Δικαστήρια της Ανεξαρτησίας λειτούργησαν ως έκτακτα στρατοδικεία και οδήγησαν σε μαζικές εκτελέσεις. Ανάμεσα στα θύματα βρέθηκαν εκατοντάδες Έλληνες και Αρμένιοι, ιδιαιτέρως στον Πόντο, με κατηγορίες περί αυτονομισμού ή συνεργασίας με εχθρικές δυνάμεις.
Η τελική φάση της καταστροφής
Στα επόμενα χρόνια, το κεμαλικό κίνημα ενίσχυσε σταδιακά τη θέση του και κυριάρχησε στην Ανατολία. Οι διώξεις κατά των χριστιανικών πληθυσμών συνεχίστηκαν και κλιμακώθηκαν.
Το τέλος της σύγκρουσης ήρθε το 1922 με τη στρατιωτική ήττα της Ελλάδας στη Μικρά Ασία και την οριστική επικράτηση των κεμαλικών δυνάμεων.
Για τους Έλληνες της Ανατολής και τους Αρμένιους, η κατάληξη αυτή σήμανε τον οριστικό αφανισμό κοινοτήτων που υπήρχαν επί αιώνες στις πατρογονικές τους εστίες.
Η επικράτηση του κεμαλικού κινήματος ολοκλήρωσε στην πράξη το σχέδιο που είχαν επεξεργαστεί οι Νεότουρκοι ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1910: τη δημιουργία μιας εθνικά και θρησκευτικά «καθαρής» Τουρκίας, χωρίς τις χριστιανικές κοινότητες που επί αιώνες ζούσαν στην Ανατολή.
Η μνήμη της Γενοκτονίας
Οι επιζώντες και οι απόγονοι των προσφύγων διατήρησαν ζωντανή τη μνήμη των γεγονότων μέσα από μαρτυρίες, συλλόγους και εκδηλώσεις μνήμης.
Η 19η Μαΐου αναγνωρίστηκε το 1994 από τη Βουλή ως Ημέρα Μνήμης της Γενοκτονίας των Ποντίων, ενώ το 1998 θεσπίστηκε και η 14η Σεπτεμβρίου ως Ημέρα Εθνικής Μνήμης της Γενοκτονίας των Ελλήνων της Μικράς Ασίας.
Φέτος συμπληρώνονται 107 χρόνια από την έναρξη της πιο σκληρής φάσης της Γενοκτονίας των Ποντίων – μιας ιστορικής τραγωδίας που σημάδεψε οριστικά τον ποντιακό ελληνισμό και τη συλλογική μνήμη του ελληνισμού της Ανατολής.
















