Κοντάκιο του Αγίου Ρωμανού του Μελωδού με ακροστιχίδα: «του ταπεινού Ρωμανού». Διαβάστε το Μέρος Α’ και το Μέρος Β’.
Ελεύθερη απόδοση στη σύγχρονη μορφή της γλώσσας μας από τον Θεόφιλο Πουταχίδη.
ιγ’. Θαύμα θαυμάτων μέγα! Να δείξει τόση ανοχή! Μα κι η πραότητα Του; Ασύγκριτη, αμέτρητη!
Η λογική είναι φτωχή κι εδώ πια σταματάει. Τον άυλο, τον ασύλληπτο κάποιος θα ψηλαφήσει. Ο Βασιλιάς τον δούλο Του θ’ αφήσει να Τον πιάσει
και όλα Του τα τραύματα τώρα θε να τα δείξει σ’ αυτόν ‒ τον υπηρέτη Του.
Και θα του δείξει τις πληγές που όταν τις αποκτούσε, η κτίση συγκλονίστηκε και σειόταν πέρα δώθε.
Κι αφού ο Θωμάς αξιώθηκε να λάβει τέτοιες δωρεές,
σ’ Αυτόν που τον αξίωσε μια δέηση αναπέμπει· προς τα ψηλά απευθύνεται κι αυτό παρακαλάει:
«Ανέξου», λέει, «Δέσποτα, την απερίσκεπτη σπουδή και την αναίδειά μου.
»Λυπήσου με το ευτελές του αγρού το χορταράκι. Φορτίο έχω στους ώμους μου και στην καρδιά σαράκι· έλα και λύτρωσέ με,
»να ’ρθω και ν’ ανακουφιστώ από την απιστία μου, ώστε να ψέλνω ήσυχος και έτσι να Σου λέω:
»“Εσύ είσαι ο Κύριος, Εσύ και ο Θεός μας”.
ιδ’. »Μείνε κοντά μας, Κύριε, αν θες λίγες ημέρες, για ν’ απολαύσω όσο μπορώ κι εγώ τη συντροφιά Σου.
»Πες μου το ναι, πες το σ’ εμέ· σ’ εμέ που είμαι δικός Σου. Ανέχτηκες με υπομονή τόσους και τόσους ξένους,
»εμένα δεν θα μ’ ανεχτείς; Δείξε μου τις πληγές Σου,
»για να τις έχω για πηγές, ν’ αντλώ νεράκι δροσερό, να πιω να ξεδιψάσω.
»Κύριε και Σωτήρα μου, να μη με κατακάψεις, γιατί η υπόστασή Σου είναι φωτιά πανίσχυρη.
»Εκούσια Εσύ δέχτηκες ανθρώπου σώμα να έχεις.
»Τη φύση Σου τη θεϊκή, ήγουν τον εαυτό Σου, κρύψε Τον τόσο όσο χρειάζεται,
»Σωτήρα μου, για να δεχτείς κι εμένανε σαν την αιμορροούσα.
»Μόνο που εγώ δεν πιάνω την άκρη του χιτώνα Σου όπως κάποτε εκείνη. Εσένανε τον ίδιο Σου αγγίζω και Σού λέω:
»“Εσύ είσαι ο Κύριος, Εσύ και ο Θεός μας”».
ιε’. «Το έχεις ακούσει μια φορά ‒μια και καλή ας είναι‒ εσύ καλέ μου μαθητή: πρέπει πιστός να γίνεις κι όχι να είσαι άπιστος.
»Να μη φοβάσαι, το λοιπόν, και δεν σε κατακαίω. Όσοι διαλέγουν να είν’ μαζί μου, μες στο σώμα μου, εγώ τους προστατεύω.
»Το φοβερό καμίνι της Βαβυλώνας δίδαξα κάποτε αυτό να κάνει.
»Αυτό που δίδαξα, λοιπόν, λες πως εγώ ο ίδιος μου δεν ξέρω να το κάνω – και μάλιστα καλύτερα;
»Μήπως είναι το μέσα σου σαθρότερο απ’ της πόρνης, εκείνης της αμαρτωλής
»που έχυσε το μύρο κι άλειψε το κεφάλι μου
»και τα μαλλιά της έβαλε στα αγιασμένα πόδια μου μ’ αυτά να τα σφουγγίσει;
»Έλα κοντά μου, το λοιπόν, και μύρο δεν χρειάζεται να ’χεις για να μ’ αλείψεις.
»Η πίστη να ’ν’ το μύρο σου, μ’ αυτήν θα ευωδιάζεις, καθώς θα μου φωνάζεις:
»“Εσύ είσαι ο Κύριος, Εσύ και ο Θεός μας”».
ις-1’. «Ναι, πράγματι, Φιλάνθρωπε, με μύρο τώρα και εγώ πρόκειται να Σ’ αλείψω, αλλά όχι όπως το έκανε τότε παλιά η πόρνη.
»Στον μυροπώλη δεν θα πάω εγώ και να του λέω: “Δώσε μου μύρο”, σαν κι αυτήν.
»Έρχομαι με την πίστη μου κι αυτή θα Σού προσφέρω, σ’ Εσένα που κατέχεις και μου παρέχεις Χάρη,
»που είναι απ’ το μύρο ανώτερη· λέω για την πλευρά Σου που την κρατάω κι ευφραίνομαι ‒ ω, πόση ευλογία!
»Δοξολογώ, Χριστέ μου, τη συγκατάβασή Σου, την πέρα ως πέρα αυθεντική.
»Γιατί έγινες άνθρωπος, τον άνθρωπο, τον πλάσμα Σου,
»έτσι για να τον σώσεις από τη ματαιότητα ‒ το ψέμα των ειδώλων.
»Και τα ραπίσματα ‒κι αυτά‒ Σωτήρα καταδέχτηκες,
»για να μ’ ελευθερώσεις εμένα απ’ τα πάθη μου, ώστε να Σου φωνάζω:
»“Εσύ είσαι ο Κύριος, Εσύ και ο Θεός μας”».
[ις-2’. «Τώρα, λοιπόν, ξέρω καλά, Δέσποτα, πως καθώς εγώ Σου ανοίγω την καρδιά μου,
»Εσύ βλέπεις ξεκάθαρα από ψηλά εκεί πάνω και ξέρεις τους πιο μύχιους τους λογισμούς μου όλους, αλλά και την αληθινή προαίρεση που έχω.
»Παρ’ όλα ταύτα θα Σ’ το πω στα φωναχτά ‒ ας είναι: γνωρίζεις ήδη από πριν πως είμαι εγώ πιστός Σου·
»άσε με όμως τώρα εδώ να δω και την πλευρά Σου, ώστε τους πάντες με αυτό εγώ να τους διδάξω.
»Οστά καθώς θα ψηλαφώ και των καρφιών Σου τις πληγές,
»Κύριο και μοναδικό Θεό εγώ θα σε κηρύττω.
»Γιατί, αν κι είσαι πράγματι ο “Κύριος της δόξας”, ανέχθηκες με υπομονή να μαρτυρήσεις στο Σταυρό
»κι εκεί ‒στο ξύλο καρφωμένος‒ σε όλους μας το έδειξες
»πως πρέπει να φωνάζουμε με πίστη και με καθαρή καρδιά και έτσι να Σου λέμε:
»“Εσύ είσαι ο Κύριος, Εσύ και ο Θεός μας”».]
ιζ’. «Θωμά, όμως, άκουσε καλά και βάλ’ το στο μυαλό σου, γιατί έχεις γίνει κοινωνός του μόνου, πράγματι, Σοφού.
»Η σοφία του Πατέρα τώρα έχει γίνει πια γνωστή σε όλους τους ανθρώπους.
»Καλότυχος και ευτυχής είσαι που έχεις πίστη· μα πιο πολύ, όμως, εγώ ‒να ξέρεις‒ μακαρίζω
»αυτούς που ήρθαν στην πίστη μου μονάχα μ’ όσα άκουσαν, χωρίς να μ’ αντικρίσουν.
»Ψηλάφησες, με έπιασες με τα ίδια σου τα χέρια και γνώρισες τη δόξα μου.
»Εκείνοι, όμως, με προσκυνούν από τα λόγια μου που ακούν.
»Μεγάλη αξία έχουνε, όσοι πιστεύουν έτσι.
»Με βλέπετε κι εσύ κι αυτοί· Εσύ ως μαθητής μου
»κι αυτοί ως άγιοι δούλοι μου που έτσι μου φωνάζουν:
»“Εσύ είσαι ο Κύριος, Εσύ και ο Θεός μας”».
ιη’. Ύψιστε, με τη Χάρη Σου στήριξε την ψυχή μου, στήριξε και το σώμα μου και σώσε με κι εμένα,
ώστε κι εγώ σαν ψηλαφώ την άγια πλευρά Σου, να παίρνω από τη Χάρη Σου.
Κι έτσι να βρίσκω λύτρωση απ’ όλα τούτα τα κακά και τα στραβά που έχω, με το αίμα και το σώμα Σου·
να βρω και τη συγχώρεση για όσα παραπτώματα έχω κι εγώ διαπράξει.
Ο Θωμάς τώρα το τόλμησε· πλησίασε, ψηλάφησε και γνώρισε τη δόξα Σου.
Εγώ όμως δειλιάζω, γιατί γνωρίζω απ’ τη μια, Κύριε, τις βουλές Σου,
κι από την άλλη, φυσικά, ξέρω καλά τα έργα μου, ξέρω τι έχω κάνει, και έτσι η συνείδηση μέσα μου με ταράζει.
Σπλαχνίσου με Σωτήρα μου, σπλαχνίσου με Οικτίρμονα,
ώστε κι εγώ με τα έργα μου, αλλά και με τα λόγια, να Σου φωνάζω αδιάκοπα:
«Εσύ είσαι ο Κύριος, Εσύ και ο Θεός μας».
















