Μια εκτεταμένη αμερικανική έρευνα επαναφέρει στο προσκήνιο μια παράμετρο που σπάνια συνδέεται άμεσα με τον καρκίνο: την οικογενειακή κατάσταση. Σύμφωνα με τα ευρήματα, τα άτομα που δεν έχουν παντρευτεί ποτέ εμφανίζουν υψηλότερα ποσοστά εμφάνισης της νόσου, με τους επιστήμονες ωστόσο να τονίζουν ότι η σχέση αυτή δεν είναι αιτιώδης αλλά πολυπαραγοντική.
Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Cancer Research Communication, βασίστηκε σε δεδομένα από 12 πολιτείες των ΗΠΑ για την περίοδο 2015–2022 και περιέλαβε πάνω από 4,2 εκατομμύρια περιστατικά καρκίνου.
Οι ερευνητές συνέκριναν όσους δεν είχαν παντρευτεί ποτέ με όσους είχαν υπάρξει έστω και μία φορά παντρεμένοι.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι άνδρες χωρίς εμπειρία γάμου εμφάνιζαν κατά 68% υψηλότερη συχνότητα καρκίνου, ενώ στις γυναίκες το ποσοστό έφτανε το 85% σε σύγκριση με όσους είχαν παντρευτεί κάποια στιγμή στη ζωή τους. Η τάση αυτή καταγράφηκε σε πολλαπλές ηλικιακές ομάδες και διαφορετικά είδη καρκίνου, με τις αποκλίσεις να αυξάνονται όσο προχωρούσε η ηλικία.
Ιδιαίτερα έντονες διαφορές εντοπίστηκαν σε συγκεκριμένες μορφές της νόσου, όπως ο καρκίνος του πρωκτού στους άνδρες και ο καρκίνος του τραχήλου της μήτρας στις γυναίκες, αλλά και σε καρκίνους που σχετίζονται με λοιμώξεις, το κάπνισμα και την κατανάλωση αλκοόλ.
Οι επιστήμονες υπογραμμίζουν ότι το εύρημα δεν σημαίνει πως ο γάμος λειτουργεί προστατευτικά από τον καρκίνο. Αντίθετα, θεωρούν ότι αντανακλά ένα σύνολο κοινωνικών και συμπεριφορικών παραγόντων: σταθερότερη καθημερινότητα, καλύτερη ψυχολογική στήριξη, πιο συστηματική επαφή με τις υπηρεσίες υγείας και μεγαλύτερη συμμόρφωση στην πρόληψη.
Ένας σύντροφος, όπως σημειώνεται, μπορεί να λειτουργήσει ενθαρρυντικά στην έγκαιρη διάγνωση, να μειώσει επικίνδυνες συνήθειες και να ενισχύσει την υγειονομική φροντίδα.
Παράλληλα, η μελέτη αναδεικνύει κοινωνικές ανισότητες που επηρεάζουν τον κίνδυνο νόσου, με διαφορετικές επιβαρύνσεις ανά φυλετική και κοινωνικοοικονομική ομάδα. Ενδεικτικά, οι μαύροι άνδρες που δεν είχαν παντρευτεί ποτέ εμφάνισαν τα υψηλότερα ποσοστά καρκίνου συνολικά, ενώ η εικόνα διαφοροποιείται σε όσους είχαν υπάρξει παντρεμένοι.
Οι ερευνητές διευκρινίζουν ότι η οικογενειακή κατάσταση δεν αποτελεί από μόνη της καθοριστικό παράγοντα κινδύνου, αλλά λειτουργεί ως «καθρέφτης» βαθύτερων συνθηκών ζωής, όπως η οικονομική ασφάλεια, η πρόσβαση στην πρόληψη και τα κοινωνικά δίκτυα στήριξης.
Τέλος, επισημαίνεται ότι η ύπαρξη ή μη γάμου δεν αποτυπώνει απαραίτητα την ποιότητα των ανθρώπινων σχέσεων, καθώς η συναισθηματική στήριξη μπορεί να υπάρχει και εκτός επίσημης ένωσης, ενώ αντίθετα ένας γάμος δεν εγγυάται πάντα σταθερότητα ή υγιές περιβάλλον.
Το βασικό συμπέρασμα της έρευνας είναι ότι η υγεία δεν εξαρτάται μόνο από βιολογικούς παράγοντες, αλλά και από το κοινωνικό πλαίσιο στο οποίο ζει κάθε άνθρωπος.
















