Με συμβολικό φωτισμό της Βουλής χθες και της Ομόνοιας την Κυριακή τιμήθηκε η ημέρα μνήμης της Γενοκτονίας του θρακικού ελληνισμού, σε μια εικόνα που αποτυπώνει την αργοπορημένη αλλά πλέον επίσημη αναγνώριση μιας ιστορικής τραγωδίας.
Η 6η Απριλίου, που έχει χαραχθεί ως το «Μαύρο Πάσχα» του 1914, σηματοδοτεί την έναρξη των μαζικών διωγμών, εκτοπισμών και σφαγών σε βάρος των Ελλήνων της Ανατολικής Θράκης από Νεότουρκους και άλλες δυνάμεις της εποχής.
Παρότι η ημερομηνία είχε καθιερωθεί ήδη από το 2006 σε επίπεδο θρακικών οργανώσεων, χρειάστηκε να περάσουν 16 ολόκληρα χρόνια για να αποκτήσει επίσημο χαρακτήρα από την ελληνική Πολιτεία, κάτι που έγινε το 2022 με απόφαση της Βουλής. Βέβαια χρειάστηκε να φτάσουμε στις 14 Ιανουαρίου 2025 για να εκδοθεί το προεδρικό διάταγμα!
Με άλλα λόγια, η ιστορική αυτή μνήμη πέρασε για δεκαετίες σχεδόν «σιωπηλά», χωρίς τη θεσμική βαρύτητα που είχαν άλλες αντίστοιχες επέτειοι του ελληνισμού.
Η φετινή εικόνα, με εμβληματικά σημεία της Αθήνας φωταγωγημένα, δείχνει ότι η ημέρα αρχίζει πλέον να αποκτά ορατότητα και δημόσιο χαρακτήρα.
Δεν πρόκειται μόνο για έναν συμβολισμό, αλλά για μια προσπάθεια:
• να ενταχθεί η μνήμη στη συλλογική συνείδηση,
• να αναδειχθεί μια πτυχή της ιστορίας που για χρόνια έμενε στο περιθώριο, και
• να συνδεθεί το παρελθόν με το σήμερα.
Παράλληλα, σε πολλά σημεία της Ελλάδας πραγματοποιήθηκαν εκδηλώσεις μνήμης – από δοξολογίες και επιμνημόσυνες δεήσεις έως καταθέσεις στεφάνων και ομιλίες.
Οι δράσεις αυτές, που σε πολλές περιπτώσεις έγιναν την Κυριακή λόγω Μεγάλης Εβδομάδας, ανέδειξαν τη σημασία της ημέρας για τον απανταχού θρακικό ελληνισμό και τη διαρκή ανάγκη διατήρησης της ιστορικής μνήμης.
Μνήμη που γίνεται παρόν
Η 6η Απριλίου δεν είναι απλώς μια επέτειος. Είναι υπενθύμιση μιας από τις πρώτες μεγάλες τραγωδίες του ελληνισμού στον 20ό αιώνα – μιας ιστορίας που προηγήθηκε και προανήγγειλε όσα ακολούθησαν σε Πόντο και Μικρά Ασία.
Ο ιστορικός Κωνσταντίνος Βακαλόπουλος έχει σημειώσει με έμφαση ότι «αφετηρία των διωγμών και της Γενοκτονίας του ελληνισμού της Μικράς Ασίας, και αργότερα του Πόντου, υπήρξε ο χώρος της Ανατολικής Θράκης. Εκεί δοκίμασαν και εφάρμοσαν για πρώτη φορά το μοντέλο των μετατοπίσεων (και διωγμών) των ελληνικών πληθυσμών και των εθνικών εκκαθαρίσεων, εκεί επέβαλαν τη γενοκτονική τους συμπεριφορά και εκεί αξιοποίησαν τα θλιβερά αποτελέσματα των πειραμάτων τους, ώστε να τα επεκτείνουν σχεδόν αμέσως στη Δυτική Μικρασία και αργότερα στον Πόντο».

Κατά την περίοδο 1913-1917 υπολογίζεται ότι 232.000 Θρακιώτες εξαναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις εστίες τους. Άλλοι 96.000, από τη Μακρά Γέφυρα, τη Μάδυτο, την Καλλίπολη, τις Σαράντα Εκκλησιές, τη Ραιδεστό, το Σκοπό και αλλού, οδηγήθηκαν στη Μικρά Ασία, σε καταναγκαστικά έργα.
















