Ένα ιδιαίτερο και «ηχηρό» έθιμο των Ελλήνων του Πόντου στην περιοχή του Όφεως, τον «τονανμά», περιγράφει με γλαφυρό τρόπο ο Δ. Χατζηιωαννίδης σε άρθρο του στην Ποντιακή Εστία, δεκαετίες μετά τον ξεριζωμό.
Οι τονανμάδες, δηλαδή οι ομαδικοί και ρυθμικοί πυροβολισμοί πλαισίωναν κάθε μεγάλη στιγμή χαράς, από το Πάσχα και τους γάμους μέχρι την επιστροφή των ξενιτεμένων.
Με την περιγραφή του μάς ταξιδεύει στο χωριό Κρηνίτα, στα τέλη του 19ου αιώνα, τότε που το μπαρούτι και η τσακμακόπετρα έδιναν το σύνθημα για γλέντι, αλλά και για έναν ιδιότυπο «ανταγωνισμό» παλικαριάς ανάμεσα στα χωριά. Στο χωριό, ένα από τα μεγαλύτερα του Όφεως, το 1908 ζούσαν 350 Έλληνες. Οι κάτοικοι είχαν χτίσει την εκκλησία των Ταξιαρχών Γαβριήλ και Μιχαήλ ενώ είχε ανεγερθεί και τριώροφο οκτατάξιο σχολείο.
≈
Ο Τονανμάς
Η αγάπη των ανθρώπων προς τα κοινά όπλα είναι γενική και πασίγνωστη από των αρχαιοτάτων χρόνων. Την εκδήλωσιν πάσης φύσεως χαράς και ευθυμίας, εκτός από το τραγούδι και το χορό, την επλαισίωναν οι πατέρες μας και με τον ήχο των πυροβολισμών. Όταν οι πυροβολισμοί εξετελούντο από πολλούς εν παρατάξει και κατά σειράν, τότε, τούτο εκαλείτο τονανμάς. Η λέξις νομίζομεν ότι είναι Τουρκική, αγνοούμεν όμως την ετυμολογίαν της.
Τονανμάς λοιπόν εγίνετο σε μια συγκέντρωση χαράς, σε γάμους, σε επιστροφή ξενιτεμένων, σε αναγγελία γεννήσεων, οπότε εδίδοντο εις αμφοτέρας τας περιπτώσεις και δώρα.
Κυρίως όμως το Πάσχα ήταν η μεγάλη ευκαιρία των τονανμάδων –των ομαδικών και προγραμματισμένων πυροβολισμών. Θα περιγράψωμεν κατωτέρω τύπους τονανμά περί τα τέλη του 19ου και ας αρχάς 20ού αιώνος εις το χωρίον Κρηνίτα, αρχίζοντες από το Πάσχα.
Όλοι οι έχοντες όπλα πήγαιναν στην εκκλησία, τα ξημερώματα της Κυριακής του Πάσχα, ένοπλοι· όσοι νέοι δεν είχαν, εδανείζοντο από άλλους πλεονάζοντα ή χρησιμοποιούσαν τα όπλα εκείνων που έλειπαν. Εφωδιάζοντο εγκαίρως με μπαρούτι, διότι είχαν τότε τουφέκια με τσακμακόπετρες και εγέμιζαν τους ματαράδες. Ματαράς ήτο η πυριτιδαποθήκη. Κατασκευασμένος από κέρατο βοδιού κατεργασμένο, με καπάκι, ασημένια στολίδια με κρεμαστήρα, που τον περνούσαν στο λουρί που εζώνοντο.
Όταν έβγαιναν από την εκκλησία, για να κάμουν την ανάστασιν έξω, εις την δεξιάν πλευράν του ναού, απεσύροντο οι οπλοφορούντες και αραδιάζοντο πιο απόμερα από το πλήθος, πίσω από το Άγιον Βήμα και άμα ο ιερεύς ανεφώνει το πρώτον «Χριστός ανέστη» ο προϊστάμενος, κανένα ειδικευμένο γεροντάκι, έδιδε το σύνθημα και άρχιζαν αμέσως από την μια άκρη της γραμμής να πυροβολούν, ο ένας κατόπιν του άλλου, σε κανονικά αραιά διαστήματα. Συνήθως πυροβολούσαν πλαγίως, χωρίς σφαίρες εννοείται, και αντηχούσε επανερχομένη η βοή εις τας ακοάς, ως δεύτερος πυροβολισμός.
Τιουτοτρόπως τελείωνε όλη η σειρά και άρχιζαν εκ νέου από τον πρώτο. Εν τω μεταξύ άμα πυροβολούσε και άδειαζε το ντουφέκι, το γέμιζε εκ νέου ο καθένας, για να είναι έτοιμος στη νέα σειρά· σήκωνε το καπάκι του ματαρά που ήταν ζωσμένος, τον αναποδογύριζε μέσα στην δεξιά παλάμη, έπαιρνε μπαρούτι για μια δόσι, ένα «ατίμ», όπως το έλεγον, το έχυνε εις το στόμιον του τουφεκιού, που το τίναζε λιγάκι, κτυπώντας το με το χέρι πλαγίως και δυο τρεις φορές κατακορύφως με τον υποκόπανο στο χώμα, ώσπου να κατακαθήση το μπαρούτι και να φανή έξω από την τρύπα της πυροδοτήσεως, κοντά στην τσακμακόπετρα, και ήτο έτοιμος περιμένοντας τη σειρά του.
Μερικοί πατούσαν χαρακτηριστικώς τη σκανδάλη με το μεγάλο δάκτυλο, έχοντες το χέρι εις την ράχη του τουφεκιού, παρακάτω από το τσακμάκι, και κρατώντας το τουφέκι αλάργα με τα δύο χέρια τεντωμένα πλαγίως και εστραμμένοι προς τα δεξιά.
Πρωτοστατούσε σε κείνα τα χρόνια στον πασχαλιάτικο τονανμά ένας μεσήλιξ, με χαρακτηριστικά Ποσειδώνος, ο Γεώργιος Σεϊταρίδης, με ένα τουφέκι που δονούσε σαν μικρό κανόνι και τρομάζαμε εμείς, τα μικρά παιδιά, στον ήχο του, και κρυβόμασταν στες αγκάλες των γονέων μας.
Γι’ αυτό ρωτούσαν τον ιερέα αν σκόπευε να πυροβολήσει με αυτό και συνήθως μετά τρεις τουφεκιές δεν έπαιρνε πια μέρος στον τονανμά, πράγμα που μας γνωστοποιούσαν και μας καθησύχαζε, ενώ με τα άλλα εξακολουθούσαν ώσπου τελείωναν το μπαρούτι.
Μετά την απόλυσιν της εκκλησίας οι οπλοφορούντες πήγαιναν και προτού να μπουν στο σπίτι έριχναν στη ρίζα κανενός τεμπέλικου δένδρου από μια τουφεκιά, για να καρποφορήση καλλίτερα, αφού προηγουμένως έλεγαν, Χριστός ανέστη.
Εδώ κάνομε μια παρένθεσι. Η συνήθεια του τονανμά του Πάσχα εκρατείτο στα παλιά χρόνια και εις την Μητρόπολιν του Ιασίου, που ήτο πρωτεύουσα της Μολδαυίας: Κατά την ανάστασιν, εις την οποίαν παρίστατο και ο ηγεμών μετά της οικογενείας του, εγίνετο τονανμάς με κρατικήν δαπάνην. Εις τα ειδικά βιβλία εσόδων και εξόδων του κράτους, γραμμένα εις την ελληνικήν, τα οποία ευρίσκονται εις τα εκεί κρατικά Αρχεία, υπάρχει κονδύλιον «διά τον τονανμά του Πάσχα», εκάστου Πάσχα της εποχής των Φαναριωτών ηγεμόνων.
Εκτός του Πάσχα ο τονανμάς ήτο αναπόφευκτος και εις τους γάμους, εγίνετο δε μεγάλος ή μικρός αναλόγως της οικονομικής καταστάσεως του γαμπρού, ο οποίος αγόραζε το μπαρούτι και όταν ητοιμάζοντο να πάν στο νυφόπαρμα, το προσέφερε στους νέους, που το εμοιράζοντο αναμεταξύ τους και κατήρτιζαν το πρόγραμμα του τονανμά.
Άρχιζαν συνήθως κατά την εκκίνησιν από το σπίτι του γαμπρού και έπειτα όταν έφθαναν κοντά στο σπίτι της νύφης, κάνοντες τα ίδια αντιστρόφως και εις την επιστροφήν. Αλλά και εις τον ενδιάμεσον δρόμον, όταν ήτο κάπου ένας κατάλληλος τόπος διά τονανμά, δεν έπρεπε να περάσουν, χωρίς να κάνουν αισθητό το διάβα τους.
Στην επιστροφή της όλης συνοδείας προηγείτο ο λεγόμενος «αλαπός», που πήγαινε πρώτος στο σπίτι του γαμπρού, ανήγγελλε τον ερχομό της νύφης, έπαιρνε χαρίσματα από τα πεθερικά και επυροβολούσε ένα πήλινο σκεύος, δρουβάνι συνήθως, που εθραύετο σε κομμάτια, όπως και όλα τα υποτιθέμενα κακά. Έπειτα τσιμπούσε κάτι πρόχειρα και έβγαινε εις προϋπάντησιν της γαμηλίου πομπής, δίδων το σύνθημα του τονανμά εις το προσδιωρισμένον μέρος. Ήσαν όμως πάντοτε προσεκτικοί να μη εξαντλήσουν σε σπατάλη το μπαρούτι, διότι αν κατά τύχην περνώντας κοντά από ένα χωριό συνήρχετο καμμιά ξένη προς το γάμο παρέα και έκανε τονανμά επίτηδες, έπρεπε να ανταποδώσουν τον τονανμά και να υπερτερήσουν, αλλιώς εθεωρούντο ηττημένοι, η δε ήττα ήτο μεγάλος εξευτελισμός και έμεναν υπόχρεοι να καιροφυλακτήσουν και να τους ανταποδώσουν τα ίδια σε παρόμοια περίπτωσι.
Εκ τοιαύτης αιτίας εγεννάτο ενίοτε έχθρα μεταξύ ατόμων και χωρίων ακόμη. Επίσης εγίνετο τονανμάς και εις το αποκαμάρωμα της νύφης, όταν δηλ. στην κατάλληλη στιγμή ξεσκέπαζαν τη νύφη από το «τζαρκούλι», με το οποίο ήτο μέχρι τότε «κουρκουλιαγμένη» (σκεπασμένη), μαζί με τες επευφημίες της ομορφιάς της ηκούετο και τονανμάς, πλαισιώνων την εκδηλουμένην χαράν όλης της παρέας.
Τονανμάς εγίνετο και εις την επιστροφήν πολυχρόνιων ξενιτεμένων· άμα ήρχετο «μουζτιτζής», ο φέρων δηλ. την καλήν είδησιν, συνήρχοντο εις την αυλήν του αναμενομένου νεανία, έπαιρναν τα παρατυχόντα όπλα και έκαναν τονανμά κατά διαλείμματα μέχρι της αφίξεώς του. Ακούων δε ο κόσμος ρωτούσε και εμάνθανε το χαρμόσυνον γεγονός. Ακόμα και εις την γέννησιν κανενός με λαχτάρα αναμενομένου παιδιού, άμα τη αναγγελία του φύλου του. Μεμονωμένοι πυροβολισμοί εγίνοντο και ενώπιον επιτόκου, επί δυστοκία, διά διευκόλυνσιν της γέννας.
Οι τύποι ούτοι του τονανμά, του χωρίου Κρηνίτα, ήσαν ίδιοι και εις όλα τα άλλα ελληνικά χωρία του Όφεως.
Και παρά τοις Τούρκοις επεκράτουν τα ίδια συνήθεια του τονανμά εις τας ανωτέρω περιπτώσεις, επί πλέον δε όταν επέστρεφαν χατζήδες από την Μέκκα και στρατευόμενοι, των οποίων η θητεία διαρκούσε σε κείνο τον καιρό 6-7 χρόνια. Ωσαύτως όταν ξακουσμένοι λησταί (εσκιά) παρεδίδοντο εις τας αρχάς, παρεδίδοντο με πομπήν και τονανμά, μεγαλοπρεπώς.
Με τον καιρό ήρχισαν να επικρατούν τα τότε νέα όπλα, μαρτίνια, με φυσίγγια και ο τονανμάς εγίνετο ευκολώτερος και πρακτικώτερος, έχασε όμως την αίγλη του ματαρά και της τσακμακόπετρας.
Μετά την κήρυξιν του συντάγματος στην Τουρκία και την στρατολόγησιν των Ελλήνων, διεσκορπίσθηκε ο κόσμος και παρέλυσαν όλα και συνήθεια και η ευθυμία, ώσπου μια μέρα το ξερρίζωμα από τις προαιώνιες εστίες μας έθεσε τέρμα εις τα πάντα και έμειναν μόνον οι αναμνήσεις.
Δ. Χατζηιωαννίδης







![Απρίλιος. Μικρογραφία του μήνα από το χειρόγραφο Τυπικό της Μονής του Αγίου Ευγενίου Τραπεζούντας [1346]. Μητροπολίτου Τραπεζούντος Χρύσανθου, «Η Εκκλησία Τραπεζούντος». Από το Αρχείον Πόντου, του 1933 (πηγή: Επιτροπή Ποντιακών Μελετών)](https://www.pontosnews.gr/wp-content/uploads/2026/03/aprilios-cvr-360x180.jpg)








