Χρειάστηκε να περάσουν 111 χρόνια για να οριστεί επίσημα η 6η Απριλίου ως Ημέρα Μνήμης για τη Γενοκτονία του Θρακικού Ελληνισμού. Για τους Έλληνες της Ανατολικής Θράκης ωστόσο, η ημερομηνία αυτή είχε ήδη χαραχθεί ανεξίτηλα ως το «Μαύρο Πάσχα» του 1914 – η στιγμή που οι διώξεις πέρασαν από τις απειλές στη βία και στον μαζικό εκτοπισμό.
Η μαρτυρία της Ασπασίας Κωνσταντινίδου, αυτόπτη μάρτυρα από τη Στράντζα, όπως καταγράφηκε ήδη από το 1919 στη Μαύρη Βίβλο διωγμών και μαρτυρίων του εν Τουρκία ελληνισμού, αποτυπώνει με συγκλονιστική λεπτομέρεια αυτή τη μετάβαση.

Μέσα από την αφήγησή της ξεδιπλώνεται το σκηνικό τρόμου που στήθηκε τις τελευταίες ημέρες του Μαρτίου και κορυφώθηκε τη Δευτέρα του Πάσχα, 6 Απριλίου 1914: απειλές, ξυλοδαρμοί, λεηλασίες, εξευτελισμοί και, τελικά, ο βίαιος ξεριζωμός εκατοντάδων οικογενειών.
Είναι ένα ιστορικό τεκμήριο που αναδεικνύει την απαρχή μιας οργανωμένης πολιτικής βίας και εκτοπισμών, από τους Νεότουρκους και αργότερα από τους Κεμαλιστές, η οποία εφαρμόστηκε αρχικά στη Θράκη και επεκτάθηκε στη συνέχεια στη Μικρά Ασία και τον Πόντο, σημαδεύοντας ανεξίτηλα τον ελληνισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Ακολουθούν τα όσα αφηγήθηκε η Ασπασία Κωνσταντινίδου:
«Την Δευτέραν του Πάσχα, κατά τας 10 της πρωΐας, ο δεκανεύς μετά των χωροφυλάκων, έχοντες τας σπάθας γυμνάς και κρατούντες μαστίγια μετέβησαν εις την αγοράν και διά γρόνθων και λακτισμάτων ηνάγκασαν τους μικρούς να κλείσουν τα καταστήματά των και αυτούς έτι τους φούρνους και τους διέταξαν να φύγωσιν αι εκατόν πεντήκοντα οικογένειαι των Ελλήνων και αι λοιπαί των Μουσουλμάνων. Ότε δε εις εκ των νέων τους ηρώτησε “Και διατί να φύγωμεν” εξυλοκοπήθη ο δυστυχής ανηλεώς.
»Κατόπιν διήρχοντο τας συνοικίας μετά οθωμανών προσφύγων, οίτινες ελιθοβόλουν τας χριστιανικάς οικίας και έλεγον: “Ή θα φύγετε, ή θα περάσετε από το σπαθί, χοίροι άπιστοι”.
»Όλαι αι οδοί εγέμισαν από τους Τούρκους πρόσφυγας, οι οποίοι ήρπαζον στρώματα, ζώα, και άλλα τρόφιμα από τα καταστήματα.
»Την Τρίτην προσεκλήθησαν οι δημογέροντες εις την αστυνομίαν. Ο δε δεκανεύς τους είπε: “Λοιπόν, αύριον να δώσετε τας 800 λίρας ας που έχετε διά τας βιωγάς”. Επειδή δε οι δημογέροντες απήντησαν ότι τας έχουν καταθέσει εις την Τράπεζαν εν Κωνσταντινουπόλει, τότε ο δεκανεύς, αφού τους εμαστίγωσε, ηρεύνησε τα θυλάκιά των και αφήρεσε τα οβολόλογιά των και παν ό,τι είχον και παρέδωκεν αυτούς εις τους χωροφύλακας.
»Οι χωροφύλακες αφού αφήρεσαν τα φορέματά των τους έρριψαν εις την φυλακήν και από τα παράθυρα τους προσέβαλλον με λίθους και ακαθαρσίας. Κατόπιν ο δεκανεύς στέλλει χωροφύλακας εις τας οικίας των και ζητεί 20 λίρας προς απελευθέρωσίν των. Αι ταλαίπωροι γυναίκες των έδωκαν ανά 5-7 λίρας εκάστη, και ούτω απέλυσαν αυτούς εις τας 2 μετά μεσονύκτιον και τους έστειλαν εις τας οικίας των εν συνοδεία χωροφυλάκων…

»Την Τετάρτην εις τας 5 ήκουσαν φωνάς γυναικών και έμαθον ότι ο δεκανεύς Ισμαήλ αφίππευσε, με γυμνήν την σπάθην και με εκατόν προσφύγων μουσουλμάνων εισήρχετο εις τας οικίας και εξυλοκόπουν τους άνδρας αποκαλούντες αυτούς χοίρους και απίστους. Αφύπνις βλέπομεν και τας αμάξας των προσφύγων εις τας θύρας των χωρικών… Εμπροσθεν των οικιών υπήρχον ανά 10 πρόσφυγες, μία αμάξα μετά του οδηγού, όστις εκ των προτέρων απήτει 4 λίρας ως προπληρωμήν.
»Σημειωτέον ότι οι εν λόγω πρόσφυγες εισήρχοντο εις τας οικίας και ήρπαζον φορέματα και άλλα χρειώδη, τα οποία εκράτουν δια του εαυτών και μας ελιθοβόλουν από τα παράθυρα των οικιών τας οποίας είχον ήδη καταλάβει. Ολη δε η συνοδεία απετελείτο από 250 αμάξας χωρικών, ακολουθουμένας από 500 αμάξας προσφύγων.
»Μετά αρκετήν οδοιπορίαν βλέπομεν ερχομένους προς ημάς 6 χωροφύλακας και περί τους 150 ιππείς, οίτινες συνέλαβον τους ιδίους δημογέροντας και τους ωδήγησαν εις την αστυνομίαν, ίνα υπογράψωσι και πληρώσωσιν εκ νέου φόρον επιτηδεύματος.
»Τότε το θέαμα υπήρξε φρικτόν. Αφού τους εξυλοκόπησαν τους έσυρον ως κτήνην, τους ηνάγκασαν ορθίους αυτούς διά του πολυκρότου, να υπογράψωσιν ότι αυτοί ήθελον. Αφού εσυνώδευσαν αυτούς μέχρι των αμαξών, ηνάγκασαν αυτούς να πληρώσωσιν εκ νέου 10 λίρας οι τρεις, οι δε λοιποί από 3-5 λίρας.

»Εις χωρικός, ο Δημήτριος Γεωργής, επειδή εχρεώστει φόρον δια τα ζώά του τον έσυρον προς τας φυλακάς· ο δωδεκαετής υιός του Απόστολος κλαίων ακολουθεί τον πατέρα του ίνα τον σώση. Οι χωροφύλακες ζητούσιν ως λύτρα 17 λίρας, αλλ’ ο δυστυχής μη έχων πλέον ουδέ οβολόν, «Εισοδί την ζωήν μου» λέγει, προτείνων το στήθος του. Οι απάνθρωποι όμως λησταί τω λέγουσιν “‘Οχι, δεν έχομεν διαταγήν να φονεύσωμεν, μόνον χρήματα ζητούμεν”, και τον εξυλοκόπησαν εις τοιούτον βαθμόν ώστε ο δυστυχής ελιποθύμησεν. Όταν συνήλθεν ευρέθη εις τον δρόμον γυμνός, ο δε χωροφύλαξ τω λέγει “Φύγε και ο υιός σου θα πληρώση το χρέος σου”, και ο μικρός Απόστολος αφέθη εις τας χείρας των αμιροβόρων αυτών τεράτων. Οποία τύχη ανέμενε το δυστυχές πλάσμα!
»Μετά οδοιπορίαν δύο ωρών, φθάσαντες εις ρεύμα βαθιά και στενόν, βλέπομεν τον δεκανέα Ισμαήλ μετά τινών οδηγών των προσφύγων να έρχωνται ομού. Όταν μας αντελήφθησαν διέταξαν τον αμαξοδηγόν να σταματήση, αφού δε έσυρον τας γυναίκας εκ των αμαξών τας εξευτέλιζον θηριωδώς.
»Εσχίζον τα ώτα δια να λάβωσι τα ενώτια, ηνάγκασαν αυτάς να εκδύωνται και απέσπων τας αλυσίδας, τας οποίας έφερον εις τον λαιμόν των με τόσον δύναμιν ώστε μία κόρη ο τράχηλος εσχίσθη και ήρχισε το αίμα να ρέη ποταμηδόν.
»Ετράβων τας κόμας των κορασίων, αι περισσότεραι των οποίων έμειναν εις τας χείράς των. Από μίαν χήραν απέσπασαν κοσμήματα αξίας εκατόν πεντήκοντα λιρών. Από την σύζυγον του ταμείου της Εκκλησίας απέσπασαν δώδεκα μετοχάς ελληνικάς και δύο ομολογίας διακοσίων λιρών. Η δυστυχής γυνή τα είχε κεκρυμμένα εντός των σπαργάνων του μικρού της ηλικίας τεσσαράκοντα ημερών, επί δε και χρήματα αξίας πεντήκοντα λιρών, τα οποία η υπηρέτριά της έφερε μεθ’ εαυτής.
»Επί πλέον έφθασε και η δική μου σειρά και ούτως εγένοντο κάτοχοι των 17 λιρών, ας έφερον μεθ’ εμού.
»Από μίαν γυναίκα απέσπασαν την αργυράν εικόνα του Αγίου Γεωργίου, την οποίαν έφερε επί του στήθους της. Εν γένει δεν αφήκαν άνδρας, γυναίκας, νέους, γέροντας, παιδιά δια τα οποία να μη ενεργήσωσι.
»Περί την εσπέραν εφθάσαμεν εις μίαν κοιλάδα, καθ’ ην δε χρόνον οι αστυνόμοι ήρευνων τας αμάξας, οι πρόσφυγες ήρπαζον τα δέματα από των αμαξών. Από της αμάξης ης επεβαίνομεν ήρπασαν τας στρωμνάς, την ραπτομηχανήν και τα ενδύματα μιας ορφανής κόρης, εκ δε τας τροφάς μας, τους άρτους και τον μικρόν κάνιστρον το περιέχον τα όλα ιατρικά, άτινα κατωρθώσαμεν να λάβωμεν μεθ’ ημών.
»Την εσπέραν, και καθ’ όλην την νύκτα, έχομεν καταληφθή από μέγαν φόβον, αλλ’ ουδέν επεισόδιον έλαβε χώραν.

»Την Πέμπτην κατά τας 5 της πρωΐας εξεκινήσαμεν, ότε ενά χωροφύλαξ μετά 20 προσφύγων ήρευνων και πάλιν τους άνδρας και απέσπασαν περί τα εκατόν πεντήκοντα γρόσια. Οι άνδρες διατεθειμένοι να αντισταθώσιν, αλλά δεν το κατώρθωσαν, διότι οι αμαξοδηγοί ήσαν εκ των προσφύγων και ο καθένας είχεν μεθ’ εαυτού ανά ένα ή δύο φίλους καλώς ωπλισμένους, εάν δε εσφύριζον στρατιά ολόκληρος προσφύγων εξήρχετο εκ των πεδιάδων.
»Την νύκτα της Πέμπτης κατεκλίθημεν επί των χωμάτων χωρίς καλύμματα.
»Την Παρασκευήν εις τας 11 της πρωΐας οι δύο χωροφύλακες, οίτινες την προηγουμένην ημέραν μας εγύμνωσαν, είπον ότι επειδή επροστάτευσαν τους κατοίκους Στράντζης και τους ωδήγησαν σώους και αβλαβείς μέχρι των προβών Ηρακλείας, πρέπει ως ανταμοιβήν να πληρώση εκάστη αμάξα ανά πέντε γρόσια. Αφού λοιπόν εφθάσαμεν εις την λίμνην εκεί μας εσταμάτησαν και έλαβον ανά πέντε γρόσια εξ εκάστης αμάξης, όσοι δε δεν ηδύναντο να πληρώσωσιν είδον τα μεγαλύτερα δέματα. Εκτός τούτου ο χωροφύλαξ Ηρακλείας έλαβεν 1 γρόσιον εξ εκάστης οικογενείας.
»Φθάσαντες εις τα σύνορα Ηρακλείας επεβίβασαν διακοσίας οικογενείας επί του ατμοπλοίου “Μαρκελάν”, τα δε περισσότερα δέματα έλαβον οι χωροφύλακες Ηρακλείας και τα έρριψαν εις έν μωαμεθανικόν καφενείον. Τας διακοσίας πεντήκοντα χωρικάς αμάξας ηγόραζον δήθεν οι πρόσφυγες με αποδείξεις της αστυνομίας αντί της αξίας εικοσιπέντε λιρών, ηγόραζον αντί έξ μόνον, την δε αμάξαν αντί δύο μόνον λιρών.
»Αφού δε τους ηνάγκασαν να υπογράψωσι και χρεωστούν τους έλεγον κατόπιν “Εις σε χρήματα δεν χρειάζονται, δόσατε δε δια το στόλον μας”. Η τιμή του εισιτηρίου επί του ατμοπλοίου ήτο πεντήκοντα έξ γρόσια.
»Εντός των λεμβών Οθωμανοί λεμβούχοι διέπραξαν πλείστας όσας θηριωδίας. Απήτουν χρήματα προ του επιβιβασθώσι, σε επλησίαζες εις το ατμόπλοιον “Λεόνδος” τότε ήρπασαν τας κώσας και ήρπασαν τα θυλάκια όλων ζητούντες χρήματα, μη ευρίσκοντες δε πλέον τοιαύτα ήρπαζον δέματα».
















