Στη δήλωση ότι αποκλείει κάθε «κατάπαυση του πυρός» στο Ιράν, προέβη το βράδυ της Παρασκευής (ώρα Ελλάδας) ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, καθώς αύριο, Σάββατο, συμπληρώνονται τρεις εβδομάδες από την έναρξη του πολέμου.
«Δεν θέλω κατάπαυση του πυρός. Ξέρετε, δεν κάνεις κατάπαυση του πυρός όταν εξοντώνεις κυριολεκτικά τον αντίπαλο», είπε στους δημοσιογράφους ενώ αναχωρούσε από τον Λευκό Οίκο για τη Φλόριντα.
Όταν ρωτήθηκε αν το Ισραήλ θα ήταν έτοιμο να βάλει τέλος στον πόλεμο αφού οι ΗΠΑ ολοκληρώσουν τη στρατιωτική τους δράση στο Ιράν, απάντησε «έτσι νομίζω».
Για το άνοιγμα του Στενού του Oρμούζ ο Τραμπ είπε ότι χρειάζεται «πολλή βοήθεια» και σχολίασε ότι «θα ήταν ωραίο» αν εμπλέκονταν χώρες όπως η Κίνα και η Ιαπωνία. «Κάποια στιγμή, θα ανοίξει μόνο του», πρόσθεσε.
Απειλές του ιρανού ΥΠΕΞ κατά των Βρετανών
Από την πλευρά του, ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν Αμπάς Αραγτσί προειδοποίησε απόψε ότι ο πρωθυπουργός της Βρετανίας Κιρ Στάρμερ «θέτει σε κίνδυνο ζωές Βρετανών» με την απόφασή του να επιτρέψει τη χρήση των βρετανικών βάσεων για πλήγματα εναντίον του Ιράν.
Η Τεχεράνη «θα ασκήσει το δικαίωμά της στην αυτοάμυνα», πρόσθεσε στην ανάρτησή του στην πλατφόρμα Χ.
Η βρετανική κυβέρνηση ενέκρινε νωρίτερα τη χρήση των στρατιωτικών βάσεών της στη Βρετανία από τις αμερικανικές δυνάμεις προκειμένου να εξαπολύουν πλήγματα σε πυραυλικές εγκαταστάσεις του Ιράν από τις οποίες πλήττονται πλοία στα Στενά του Χορμούζ.
Ο Στάρμερ είχε δηλώσει αυτήν την εβδομάδα ότι η Βρετανία δεν θα συρθεί στον πόλεμο στο Ιράν. Αρχικά είχε απορρίψει το αίτημα των ΗΠΑ να χρησιμοποιήσουν βρετανικές βάσεις, λέγοντας ότι θα πρέπει προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι κάθε στρατιωτική ενέργεια είναι νόμιμη.
Στη συνέχεια όμως, ο Βρετανός πρωθυπουργός άλλαξε στάση, μετά τα πλήγματα του Ιράν σε συμμάχους του Λονδίνου στη Μέση Ανατολή, λέγοντας ότι οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τη βάση της πολεμικής αεροπορίας στο Φέρφορντ (RAF Fairford) και το Ντιέγκο Γκαρσία στον Ινδικό Ωκεανό.
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ είχε επιτεθεί κατ’ επανάληψη στον Στάρμερ από την αρχή του πολέμου, διαμαρτυρόμενος επειδή «δεν κάνει αρκετά» για να τον βοηθήσει. Τη Δευτέρα είπε ότι «κάποιες χώρες τον απογοήτευσαν», κατονομάζοντας στη συνέχεια τη Βρετανία την οποία κάποτε θεωρούσε ότι ήταν «η Ρολς-Ρόις των συμμάχων», όπως την αποκάλεσε.
Η Ντάουνινγκ Στριτ, στη σημερινή ανακοίνωσή της ζήτησε και πάλι την «κατεπείγουσα αποκλιμάκωση» του πολέμου στη Μέση Ανατολή.
Πότε θα τελειώσει ο πόλεμος
Καθώς συμπληρώνονται τρεις εβδομάδες πολέμου στο Ιράν και παρά τις ενίοτε θριαμβευτικές δηλώσεις τους, οι ΗΠΑ και το Ισραήλ δεν βρίσκονται σε πλεονεκτική θέση ώστε να αποφασίσουν μόνοι τους το τέλος των εχθροπραξιών, σύμφωνα με αναλυτές.
Οι δύο σύμμαχοι επαναλαμβάνουν με κάθε ευκαιρία ότι η Ισλαμική Δημοκρατία κατέρρευσε και ότι επίκειται ο τερματισμός του πολέμου, ο οποίος ξέσπασε στις 28 Φεβρουαρίου. Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ διαβεβαίωνε ήδη από τα μέσα Μαρτίου ότι ο πόλεμος «θα τελειώσει σύντομα».
«Εμείς είμαστε εκείνοι που θα αποφασίσουν για το τέλος του πολέμου», ανταπάντησε ωστόσο ο εκπρόσωπος των Φρουρών της Επανάστασης, του ιδεολογικού στρατού του καθεστώτος, κρίνοντας ότι η έκβαση βρίσκεται «στα χέρια» των δικών τους ενόπλων δυνάμεων. «Οι αμερικανικές δυνάμεις δεν θα θέσουν τέλος στον πόλεμο», επέμεινε.
Χθες Πέμπτη, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου πλειοδότησε, υποσχόμενος ότι ο πόλεμος θα «τελειώσει πολύ πιο γρήγορα από ό,τι φαντάζεται ο κόσμος», χωρίς όμως να παρουσιάσει κάποιο χρονοδιάγραμμα. Εκτίμησε ότι το Ιράν «δεν έχει πλέον την ικανότητα να κατασκευάζει βαλλιστικούς πυραύλους». Η απάντηση των Φρουρών: «Ακόμα και σε καιρό πολέμου, συνεχίζουμε την παραγωγή».
Για τον Πιερ Ραζού, διευθυντή ερευνών στο Μεσογειακό Ίδρυμα Στρατηγικών Μελετών (FMES), «το ιρανικό καθεστώς είναι αυτό που αποφασίζει τη διάρκεια αυτής της παρτίδας πόκερ, υπό την προϋπόθεση ότι θα επιβιώσει». «Υπάρχουν λίγες πιθανότητες να λάβει εγγυήσεις μη επίθεσης από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ», συνεχίζει. «Το συμφέρον του είναι να συνεχίσει έναν πόλεμο φθοράς χαμηλής έντασης σε βάθος χρόνου».
Η ισραηλινο-αμερικανική δύναμη πυρός επιβλήθηκε από την πρώτη ημέρα, χωρίς να αφήσει στο Ιράν την παραμικρή πιθανότητα να διατηρήσει τον έλεγχο του εναέριου χώρου του.
«Διαρκής απειλή»
Οι Ηνωμένες Πολιτείες στόχευσαν τις πυρηνικές και βαλλιστικές εγκαταστάσεις του Ιράν, ενώ το Ισραήλ έπληξε τα κέντρα εξουσίας και εξόντωσε τα υψηλόβαθμα στελέχη του κράτους. Όμως η Τεχεράνη δεν σταμάτησε ποτέ να απαντά, βασιζόμενη σε μια στρατηγική που είναι ταυτόχρονα χαμηλού κόστους, με φθηνούς πυραύλους και μη επανδρωμένα εναέρια μέσα, και αποτελεσματική σε παγκόσμια κλίμακα.
Οι Φρουροί απέκλεισαν το στρατηγικής σημασίας Στενό του Ορμούζ, από όπου διέρχεται το 20% των παγκόσμιου πετρελαίου και φυσικού αερίου. Στη συνέχεια, στόχευσαν αποθήκες, διυλιστήρια και εγκαταστάσεις παραγωγής υδρογονανθράκων στον Κόλπο. Τα βλήματά τους συχνά αναχαιτίζονταν από τα αντιαεροπορικά μέσα της περιοχής, αλλά το ποσοστό επιτυχίας τους ήταν αρκετό για να προκαλέσει αναταραχή στον κλάδο.
Για τον Τζακ Γουάτλινγκ, ειδικό σε θέματα πολέμου στο Βασιλικό Ινστιτούτο Ενωμένων Υπηρεσιών (RUSI), «οι Ιρανοί μπορούν πιθανότατα να διατηρήσουν μια διαρκή απειλή για τη θαλάσσια ναυσιπλοΐα (…) για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα». Το έργο της επαναλειτουργίας των Στενών του Χορμούζ, αναγκαίο για την παγκόσμια οικονομία, αποδεικνύεται περίπλοκο σε στρατιωτικό επίπεδο.
«Ερασιτεχνικές μέθοδοι»
Ο Ντόναλντ Τραμπ διαπίστωσε αυτή την εβδομάδα τη διστακτικότητα των παραδοσιακών συμμάχων του να παρέμβουν για την ασφάλεια του πολύτιμου θαλάσσιου περάσματος. Ο Αμερικανός πρόεδρος μάλιστα υποστήριξε ότι δεν περίμενε τον αποκλεισμό του Στενού από την Τεχεράνη, προκαλώντας κατάπληξη σε ορισμένους και ειρωνεία σε άλλους. «Πρόκειται για κάτι πολύ περισσότερο από μια απλή γκάφα (…), μια πραγματικά ανεξήγητη αμέλεια», είπε ο Κόλιν Κλαρκ του Soufan Center στη Νέα Υόρκη.
Εδώ και δεκαετίες, «η πιθανότητα να υιοθετήσει το Ιράν μια στρατηγική φθοράς μέσω οικονομικού πολέμου (…) αποτελούσε αντικείμενο ανοιχτών συζητήσεων μεταξύ πανεπιστημιακών, αναλυτών και στρατιωτικών», προσθέτει, καταγγέλλοντας τις «ερασιτεχνικές» μεθόδους.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει επίσης να διαχειριστούν έναν Ισραηλινό σύμμαχο που επιδιώκει τους δικούς του στόχους. Την Πέμπτη, ο Μπενιαμίν Νετανιάχου αναγκάστηκε να παραδεχτεί ότι το Ισραήλ «έδρασε μόνο του» στο πλήγμα στο South Pars/North Dome, το μεγαλύτερο κοίτασμα φυσικού αερίου στον κόσμο, το οποίο μοιράζονται το Ιράν με το Κατάρ. «Ο πρόεδρος Τραμπ μας ζήτησε να αναστείλουμε κάθε νέα επίθεση και συμμορφωνόμαστε», παραδέχτηκε ο Ισραηλινός πρωθυπουργός.
Η Μόνα Γιακουμπιάν, διευθύντρια του τομέα Μέσης Ανατολής στο CSIS, εκτιμά ότι οι ιρανικές δυνατότητες σε ό,τι αφορά τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη θα μπορούσαν να αποδειχθούν «δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να εξουδετερωθούν πλήρως». Η ιρανική εξουσία μπορεί επομένως να παρατείνει αυτή την ασύμμετρη σύγκρουση, το μοντέλο πάνω στο οποίο εκπαίδευσε τις συμμαχικές ένοπλες ομάδες —Χούθι της Υεμένης, Χεζμπολάχ του Λιβάνου, ιρακινές πολιτοφυλακές, παλαιστινιακή Χαμάς.
Η Τεχεράνη «φαίνεται να έχει επιλέξει μια κλιμάκωση χωρίς αυτοσυγκράτηση», εκτιμά επίσης η ειδικός. «Διάφορα σενάρια κλιμάκωσης είναι πιθανά, χωρίς να διαφαίνεται καμία οδός αποκλιμάκωσης», πρόσθεσε.
















