Η Ευλαμπία Μουμτζόγλου ζούσε στο χωριό Χαλβάdερε, 25 χλμ. νοτιοανατολικά του Άκσεραϊ. στις βόρειες πλαγιές του Χασάν νταγ. Τη στιγμή της Ανταλλαγής οι κάτοικοί του ήταν Έλληνες τουρκόφωνοι (46 οικογένειες, 195 άτομα) και Τούρκοι (80 άτομα).
Εκκλησιαστικά άνηκε στη μητρόπολη Ικονίου και είχε σχέσεις και συναλλαγές με ελληνικούς και τουρκικούς οικισμούς.
Η μαρτυρία που ακολουθεί περιλαμβάνεται στο Αρχείο Προφορικής Παράδοσης του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, της μεγαλύτερης και παλαιότερης συλλογής προφορικής ιστορίας στην Ελλάδα και από τις σημαντικότερες της Ευρώπης.
≈
Ήταν Φεβρουάριος μήνας ή Μάρτης του 1924, όταν μάθαμε πως θα γίνει Μουbαdελέ (Ανταλλαγή). Δηλαδή θα πάμε εμείς στην Ελλάδα και στη θέση μας θα έλθουν οι Τούρκοι της Ελλάδας. Μας το ‘πε αυτό ο Αλέξανδρος ο δάσκαλος, που διάβαζε εφημερίδες πολίτικες. Μα και οι άντρες μας που πήγαιναν στα παζάρια του Άκσεραϊ και του Γκέλβερι, όπου πουλούσαν ξύλινα γεωργικά εργαλεία, άκουγαν να μιλάνε για Ανταλλαγή. Το ‘ξεραν αυτό και οι Τούρκοι του χωριού και μας έλεγαν: «Γιουνάν dεdενιζέ γκιτετσέκσινιζ» (θα πάτε στον παππού σας τον Έλληνα). Από τη μια μεριά λυπόμασταν που θα φεύγαμε, γιατί θ’ αφήναμε τον τόπο μας, τα χτήματά μας, τα πράγματά μας, από την άλλη όμως χαιρόμασταν γιατί θα πηγαίναμε στην Ελλάδα. Πού να ξέραμε ότι θα υποφέραμε και ότι θα τραβούσαμε αυτά που τραβήξαμε!
Ακόμη δεν ξέραμε θετικά πως θα φύγουμε από τον τόπο μας και είπαμε στους Τούρκους: «Να σπείρετε σεις τα χτήματά μας. Αν τύχει και φύγουμε, να γίνουν όλα δικά σας. Αν δε φύγουμε, να πάρετε πίσω το σπόρο και να μας αφήσετε την υπόλοιπη σοδειά». Τρεις μήνες προτού να φύγουμε ήρθαν οι Τούρκοι πρόσφυγες από την Ελλάδα. Ήταν από τα μέρη της Κοζάνης και ήξεραν ελληνικά. Όλο επαινούσαν τον τόπο τους. Όμως ήταν κακοί άνθρωποι. Έκαναν καυγά μαζί μας. Έδερναν τους δικούς μας και ζητούσαν τρόφιμα. Θα μας σκότωναν όλους. Οι ντόπιοι Τούρκοι μάς έσωσαν. Θυμάμαι, οι πρόσφυγες κρατούσαν τούρκικες σημαίες, γύριζαν τα χωριά και φώναζαν ελληνικά: «Ζήτω Κεμάλ πασά, ζήτω Κεμάλ πασά».
Όταν πια μαθεύτηκε επίσημα πως θα φύγουμε, φωνάξαμε από το Γκέλβερι τον πάτερ Κοσμά -ο δικός μας ο παπάς είχε «κοιμηθεί» εδώ και ένα χρόνο- και κάναμε την τελευταία λειτουργία στην εκκλησία μας.
Ανοίξαμε τους τάφους αυτών που είχαν πεθάνει πριν από δύο, τρία, πέντε χρόνια, πλύναμε με κρασί τα οστά τους και θα ξαναθάψαμε.
Ύστερα στήσαμε καζάνια, μαγειρέψαμε πιλάφι, πλιγούρι με κρέας και το μοιράσαμε στους φτωχούς για την ψυχή των πεθαμένων μας. Ό,τι μπορέσαμε να φέρουμε μαζί μας το φέραμε. Τα άλλα τ’ αφήσαμε εκεί. Ενώ φεύγαμε, οι Τούρκοι μάς έφεραν δώρα: πλιγούρι, μέλι και καϊμάκι. Μας αγκάλιαζαν κι έκλαιγαν πολύ. «Μην πάτε εκεί», έλεγαν. «Εδώ περνάμε σαν αδέρφια. Είμαστε τοπράχ καρdασί» (αδέλφια από την ίδια γη). Μαζί μας ήθελε να έρθει και η κόρη του παπά που είχε τουρκέψει. Χήρα ήταν και δεν είχε κανένα στον κόσμο. Τ’ αδέρφια της, όμως δεν ήθελαν. «Μας έκανες ρεζίλι», έλεγαν. «Πώς να σε πάρουμε στην Ελλάδα;». Μερικές μέρες προτού να φύγουμε, μας ειδοποίησε μια άλλη κοπέλα που είχε τουρκέψει, η αδελφή του Ανανία, η Βαρβάρα*, πως οι Τούρκοι πρόσφυγες έχουν σκοπό να διαλέξουν τις όμορφες νύφες του χωριού και να μην τις αφήσουν να φύγουν. Αποφασίσαμε τότες -ήμασταν κάπου τριανταπέντε σαράντα νύφες- να φύγουμε τη νύχτα κρυφά για το Άκσεραϊ. Θα μας συνόδευαν παλικάρια του χωριού. Στο δρόμο όμως μας σταμάτησαν Τούρκοι πρόσφυγες. Ήθελαν να μας αρπάξουν. Έγινε καυγάς τότε. Οι ντόπιοι Τούρκοι ξύπνησαν από τη φασαρία, ήρθαν κοντά μας και μας έσωσαν. Έτσι γλιτώσαμε. Νοικιάσαμε σπίτια στο Άκσεραϊ και κάτσαμε εκεί ένα μήνα. Όταν κατέβηκαν και οι άλλοι από το χωριό μας, μας παρέλαβε η Επιτροπή και μας πήγε στο Έρεγλι. Οι πλούσιοι νοίκιασαν αμάξια και οι φτωχοί πήγαν με αραμπάδες.
Από το Έρεγλι πήγαμε στην Ταρσό-Μερσίνα με το τρένο. Πρώτη φορά βλέπαμε τέτοιο πράγμα. Σταυροκοπιόμαστε και λέγαμε: «Κύριε Ισού Χριστέ, τι είναι αυτό!».
Στη Μερσίνα μείναμε δεκαπέντε μέρες στα τσαντίρια, στην αυλή της εκκλησίας. Ήταν πολύς κόσμος εκεί. Έκανε μεγάλη ζέστη και όλοι μας είχαμε πονόματο. Από τότε που κατεβήκαμε στο Άκσεραϊ, όλο αρρωσταίναμε. Όταν μαζεύτηκαν και από τα άλλα χωριά της περιφέρειας, ετοιμαστήκαμε να φύγουμε για την Ελλάδα. Όλοι οι παπάδες των χωριών έκαναν μαζί παράκληση. Σηκώθηκε η ελληνική σημαία στο βαπόρι και μπήκαμε μέσα.
Έξι μέρες ταξιδεύαμε. Μερικοί πέθαιναν στο πλοίο. Τους έδεσαν με σίδερα και τους πέταξαν στη θάλασσα. Ένας πατριώτης μας -Μωυσή τον έλεγαν- από τη λύπη του που άφησε το χωριό, έριξε τον εαυτό του στη θάλασσα και πνίγηκε. Στον Άι-Γιώργη έξω από τον Πειραιά κάναμε δεκαοχτώ μέρες καραντίνα. Μας κούρεψαν όλους -άντρες γυναίκες- και μας έβαλαν σε τσαντίρια. Μερικές οικογένειες ανέβηκαν στην Αθήνα. Άλλες πήγαν στο Τσινάρ ντερέ, έξω από την Καβάλα. Δεν τους σήκωσε ο τόπος και πέθαναν πολλοί από τις θέρμες. Σηκώθηκαν απ’ εκεί και τράβηξαν στο χωριό Αισύμη, κοντά στην Αλεξανδρούπολη.
Αυτή ήταν η Ανταλλαγή. Νομίζαμε πως θα πάμε στον παράδεισο και ήρθαμε στην κόλαση.
* Η Ευλαμπία Μουμτζόγλου είχε πει στον καταγραφέα της μαρτυρίας της, το 1954, ότι η γυναίκα αυτή ζούσε ακόμη στο Χαλβάdερε. Την έλεγαν πια Σαπιγιέ και την είχε δει στα δύο ταξίδια που είχε κάνει στο χωριό της το 1951 και το 1952
















