«Ο πατέρας μου είχε ένα ψυχισμό που σε όλα έβλεπε την καλή πλευρά. Πάντα μου έλεγε “μην πας να προδικάσεις το μέλλον, το μέλλον είναι σαν μια επιταγή, θα έτρεχες να την εισπράξεις από πριν;». Τα παραπάνω λόγια ανήκουν στην Άννα Ανδριανού και αφορούν τον πατέρα της, Νίκο Βασταρδή. Τον ηθοποιό που έφυγε σαν σήμερα το 2012 σε ηλικία 88 ετών. Και μάλιστα λίγους μήνες πριν από τον θάνατό του όχι μόνο είχε πλήρες διαύγεια, αλλά και δίδασκε στη σχολή που είχε συνδημιουργήσει μαζί με άλλους τρεις το 1992. Μπορεί να μην έκανε πολύ σινεμά, αλλά η θεατρική και η τηλεοπτική του παρουσία όχι μόνο τον έκανε αναγνωρίσιμο αλλά και αγαπητό στο κοινό. Ειδικά με τα τηλεοπτικά του έδωσε και μια μεγάλη «μάχη» απέναντι στη σοβαροφάνεια επιφανών συναδέλφων που εκείνα τα χρόνια θεωρούσαν β’ κατηγορίας τους ηθοποιούς που έπαιζαν στην τηλεόραση. Πόσο μάλλον να έχουν συνεργαστεί με τον… Νίκο Φώσκολο.
Ο Νίκος Βασταρδής ήταν ένας άνθρωπος που η δημιουργία ήταν η ζωή του. Τόσο ως ηθοποιός όσο και σαν δάσκαλος. Ειδικά στο δεύτερο είχε να υπερηφανεύεται ότι έβγαλε στο θέατρο τέσσερις γενιές ηθοποιών. Αλλά και σαν σκηνοθέτης και σαν μεταφραστής. Γενικώς η τέχνη έτρεχε στο αίμα του.
Αν και ήταν ένας άνθρωπος με πολιτική θέση και έργο, ποτέ δεν το εκμεταλλεύτηκε για μεγαλύτερη προβολή ή άλλου είδους παροχές.
Kαι ας ήταν από τους ηθοποιούς που έδωσαν αγώνες, προκειμένου οι ηθοποιοί να μην έχουν κάθε μέρα παράσταση και μάλιστα διπλή, ήτοι 14 την εβδομάδα. Φυσικά χωρίς καμία μέρα ρεπό. Σαν ιδανικός, μοναχικός ήρωας πάλεψε με τις δικές του δυνάμεις και στο τέλος της ημέρας κοιμόταν με ήσυχη την συνείδησή του. Έστω και αν στο ταμείο υπήρχε μείον.
Με καλό πρώτο υλικό
Γεννήθηκε την Πρωτομαγιά του 1924 στον Πειραιά και το όνειρο ήταν η Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών. Όμως κάπου άλλαξε στην πορεία και ο Βασταρδής βρέθηκε με το νεοσύστατο Θέατρο Τέχνης και τον Κάρολο Κουν. Μάλιστα έπαιξε και στην πρώτη παράσταση, τη μυθική πλέον Αγριόπαπια του Ίψεν. Με τον Κουν έμεινε μέχρι και το 1944 και αμέσως μετά συνεργάστηκε με το Θέατρο του Λαού και τους Ενωμένους Καλλιτέχνες. Νωρίτερα και συγκεκριμένα το 1943 ήταν από τους καλλιτέχνες που τάχθηκαν με την ΕΠΟΝ, όπως και πολλά άλλα σπουδαία ονόματα της εποχής, όπως ο Μάνος Χατζιδάκις, ο Μίκης Θεοδωράκης, αλλά και ο Στέφανος Ληναίος.

Διαθέτοντας μεταξύ άλλων και μια πολύ καλή φωνή και κίνηση και αφού περάσει και από την κωμωδία, δίπλα στον Βασίλη Λογοθετίδη, μπαίνει στο μουσικό θέατρο και παίζει από οπερέτα μέχρι και επιθεώρηση. Δεν ήταν μόνο η ικανότητα του να προσαρμόζεται στο ρεπερτόριο που καλούνταν να υπηρετήσει αλλά είχε κατά νου πως πρέπει να βιοποριστεί από τη δουλειά του ηθοποιού.
Με όπλο το χιούμορ
Ο συνάδελφός του Γιάννης Καλατζόπουλος είχε διηγηθεί το παρακάτω χαριτωμένο περιστατικό: «Καθόταν ένα πρωί στο ταμείο του Θεάτρου “Θεμέλιο” που είχε φτιάξει στην οδό Λέσβου. Δεν πηγαίνανε καθόλου καλά και κάποια στιγμή χτυπάει το τηλέφωνο, το σηκώνει και μια κυρία ρωτάει: Τι ώρα παίζετε σήμερα; Κι ο Νίκος της λέει: Εσείς τι ώρα μπορείτε;»

Στο αυτοβιογραφικό βιβλίο του με τίτλο ΝΙΚΟΣ ΒΑΣΤΑΡΔΗΣ: Θυμάμαι-Ιστορίες μέσα και έξω από την αυλαία που κυκλοφόρησε το 2006, μεταξύ άλλων έχει και το παρακάτω σκηνικό:
«Πολλά χρόνια πριν, νεαρός ακόμη και στην ηλικία και στο επάγγελμα, δούλευα σ’ ένα από τα υπόγεια “κουλτουριάρικα” θέατρα της Αθήνας. Το έργο που ανεβάσαμε ήταν μια μεγάλη καλλιτεχνική επιτυχία, μα και μια απελπιστικά μεγαλύτερη εμπορική παταγώδης αποτυχία, πράγμα καθόλου σπάνιο για τη δουλειά που κάνουμε. Τις πρώτες βέβαια μέρες των παραστάσεων ήμασταν γεμάτοι από τους συγγενείς και τους φίλους, που φώναζαν σα λυσσασμένοι “ζήτω” και “μπράβο” σαν έκλεινε η αυλαία, μα μέρα με τη μέρα ο συγκινητικός ενθουσιασμός ξεφούσκωνε και ξένος άνθρωπος δεν έλεγε να μπει στο θέατρο για να μας δει.
»Την ίδια χρονιά έπεσε βαρύς χειμώνας και μια επιδημία γρίπης που ξάπλωσε χάμω πάνω από το μισό πληθυσμό της Αθήνας. Τα θέατρα πάθανε μεγάλη ζημιά γιατί οι μισοί ηθοποιοί ήταν κρεβατωμένοι και αναβάλλονταν οι παραστάσεις η μία μετά την άλλη. Μέσα σε τούτο το χαμό, μια εφημερίδα, από τις γνωστότερες για τα καλλιτεχνικά της νέα, αποφασίζει να κάνει ένα ρεπορτάζ, πληροφορώντας το θεατρόφιλο κοινό πόσοι και ποιοι καλλιτέχνες ήταν χτυπημένοι από τον ιό τής… αντιθεατρικής επιδημίας και πόσα και ποια θέατρα είχανε κλείσει για τον ίδιο λόγο.
»Κανά μισάωρο πριν από την παράσταση ήρθε και σε μας ένας νεαρός ρεπόρτερ, που έτυχε να ‘ναι και γνωστός μου:
– Γεια σου, μου λέει.
– Γεια σου και σένα, πώς από ‘δω;
– Κάνω ένα ρεπορτάζ για τη γρίπη. Έρχομαι τώρα από το Ρεξ, δε θα παίξουν, είναι άρρωστοι πολύ ο Άλκης Παπάς, η Ρίτα Μυράτ και οι υπόλοιποι έχουν τα χάλια τους. Εσείς;
– Τι εμείς;
– Θα παίξετε;
– Εξαρτάται.
– Από τι;
– Από τους θεατές.
– Δηλαδή;
– Εάν έχουμε κανένα εισιτήριο, που δεν το βλέπω, θα παίξουμε.
– Και η γρίπη;
– Τι ανακατεύεις τώρα τη γρίπη;
– Τα άλλα θέατρα δεν παίζουν γιατί έχουν γρίπη.
– Ε, εμείς δεν παίζουμε γιατί δεν έχουμε θεατές.
– Καλά… Είσαστε όλοι καλά εδώ;
– Καλύτερα δε γίνεται.
– Δεν έχει κανένας γρίπη;
– Κανένας.
– Πώς γίνεται αυτό;
– Τι να σου πω, ξέρω κι εγώ… Φαίνεται πως σε τούτο το θέατρο δε μπαίνει μέσα… ούτε η γρίπη!
»Όταν την άλλη μέρα δημοσιεύτηκε ετούτος ο διάλογος, έπεσε στα παρασκήνια το γέλιο της αρκούδας, αλλά η πρωταγωνίστρια, που ήταν και παραγωγός του θεάτρου που έπαιζα, μου ξαναμίλησε ύστερα από είκοσι δύο χρόνια, λίγο πριν πεθάνει».
Τα περί χιούμορ του, τα πιστοποιεί και η Άννα Ανδριανού. Όπως είχε πει σε συνέντευξή της «Έλεγε ότι “αν ποτέ πάνε να με εκτελέσουν, θα χαρώ τη διαδρομή”. Και το εννοούσε. Εμένα που πέθανε στα χέρια μου, ξέρω πολύ καλά ότι μέχρι την τελευταία στιγμή έψαχνε τι είναι το καλύτερο που μπορεί να του δώσει αυτή η στιγμή, όσο οδυνηρή κι αν ήταν».
Η τελευταία του δουλειά στην τηλεόραση, ήταν στη σειρά Όσο υπάρχει αγάπη, του 2001, όπου η Άννα Ανδριανού εκτός από σεναριογράφος ήταν και πρωταγωνίστρια. Αρχικά ο Βασταρδής δεν ήθελε να παίξει, όταν όμως είδε ότι θα υποδυόταν τον πεθαμένο πατέρα της ηρωίδας, δέχτηκε αφού όπως είχε πει ο ίδιος σε συνέντευξή του, το έκανε για να συνηθίσει στην ιδέα.
Μικρή και μεγάλη οθόνη
Παραδόξως δεν είχε μεγάλη συμμετοχή στον κινηματογράφο. Αν και ξεκίνησε το 1950, με το κλασικό πλέον Έλα στο θείο του Νίκου Τσιφόρου, στην πορεία δεν έκανε πολλές ταινίες.

Αλλά και στην τηλεόραση έγραψε ιστορία, ειδικά στα 70s στα ιστορικά έπη του Νίκου Φώσκολου Εν τούτο νίκα και Πορφύρα και αίμα, αλλά και στην Λάμψη στα 90s. Για αυτές τις δουλειές υπήρχαν πολλές κριτικές, όχι για την ερμηνεία του αλλά γιατί ένας «σοβαρός, ηθοποιός του θεάτρου» έπαιξε στην τηλεόραση και δη σε δουλειά του Φώσκολου. Ο ίδιος τότε δεν απάντησε, αλλά όπως σημειώνει στο βιβλίο του: «είχα την τύχη ή την ατυχία, να βρίσκομαι ανάμεσα στους πρώτους που κλήθηκαν να υπηρετήσουν την τηλεόραση».
Στο ίδιο βιβλίο αναφέρει και ένα περιστατικό που συνέβη στα γυρίσματα του Πορφύρα και αίμα, με τον Νίκο Φώσκολο. «Μέσα σε δύο χρόνια που κράτησαν τα γυρίσματα της σειράς μόνο μια φορά τελειώσαμε
σαράντα ολόκληρα λεπτά πριν από τη συνηθισμένη μας ώρα. Ετοιμαζόμουν ν’ αλλάξω την πανοπλία του Ρωμανού με τα καθημερινά μου ρούχα, όταν με πλησίασε ο Νίκος Φώσκολος.

– Περίμενε, μου λέει.
– Τι να περιμένω; Δε φεύγουμε;
– Αν θέλεις, βέβαια και θα φύγουμε, αλλά…
– Τι αλλά;
– Βρε Νίκο, δεν είναι κρίμα;
– Ποιο είναι κρίμα;
– Έχουμε κερδίσει τρία τέταρτα.
– Κατάλαβα, του λέω. Τι προτείνεις; Να τα χάσουμε; Πώς;
– Εσύ μαθαίνεις εύκολα. Λέω να σου γράψω τώρα εδώ μια μικρή σκηνούλα, να τη γυρίσουμε και να την έχουμε ρεζέρβα για το επόμενο επεισόδιο.
– Επειδή σε ξέρω και με ξέρεις, του λέω, τι με ρωτάς, αφού η σκηνή είναι κιόλας γραμμένη, δώσ’ τη μου να τη διαβάσω και πες να μου φέρουν το άλογο, είμαι σίγουρος πως θα χρειαστεί.
– Το άλογό σου, μου λέει, το’ χω δώσει στο Νίκο Τσαχιρίδη να το τρέξει, όσο εσύ διαβάζεις, γιατί το θέλω στο πλάνο να είναι λαχανιασμένο και ιδρωμένο όταν το καβαλήσεις. Πάρε τώρα το χαρτί και διάβασε στο μεταξύ,
γιατί δεν έχουμε και μεγάλα περιθώρια ώρας, άρχισε να σκοτεινιάζει.
– Εντάξει, του λέω. Ανοίγω το χαρτί κι αρχίζω να διαβάζω. Διαβάζω λοιπόν: “Από το βάθος του κάμπου
φαίνεται μέσα σ’ ένα σύννεφο σκόνης ο Ρωμανός πάνω στ’ άλογό του. Το άλογο είναι καταιδρωμένο, φαίνεται κουρασμένο και αφάνταστα ταλαιπωρημένο. Αχνίζει ολόκληρο και τρέχει κουνώντας νευρικά το κεφάλι του, ενώ τα ρουθούνια του, είναι διάπλατα ανοιγμένα, λες και βγάζουν φωτιές. Πλησιάζει προς την κάμερα χλιμιντρίζοντας και σε απόσταση περίπου είκοσι μέτρων σηκώνεται στα πισινά του πόδια…”
– Νίκο!, φωνάζω το Φώσκολο.
– Τι είναι; μου λέει.
– Λάθος χαρτί μου έδωσες. Αυτό δεν είναι για μένα, δώσ’ το να το διαβάσει το άλογο!
Με τα μάτια της Άννας
Η κόρη του Άννα Ανδριανού αποφάσισε να ακολουθήσει τα υποκριτικά του χνάρια. Όμως χωρίς να πατήσει πάνω στο όνομά του. Έτσι επέλεξε το επίθετο της μητέρας της (Ανδριανού) για να κάνει καριέρα.
«Από τότε που εγώ σπούδαζα στο θέατρο εκείνος ήταν πάρα πολύ γνωστός και ένιωθα λίγο άσχημα όταν πήγαινα κάπου και μου έλεγαν “α, είσαι η κόρη του Νίκου”. Αισθανόμουν ότι δεν έβλεπαν εμένα, αλλά την κόρη του Βασταρδή. Εκείνος ποτέ δεν παραπονέθηκε. Μόνο πολύ αργότερα, μετά από χρόνια, όταν ήταν άρρωστος, γύρισε και μου είπε “γιατί το έκανες αυτό; Ντρεπόσουν για εμένα;”. Έβγαλε ένα παράπονο κι αυτό με τσάκισε. Αν το είχα καταλάβει νωρίτερα, δεν θα το έκανα. Αλλά ο πατέρας μου ποτέ δεν παραπονιόταν για τίποτα», είχε πει σε συνέντευξή της.

Ο ίδιος είχε εξομολογηθεί πως «Η Άννα έχει μια υπεραισθησία για όσα συμβαίνουν γύρω της. Για αυτό πίστευα ότι δεν έκανε για τον χώρο». Η κόρη του πάλι, αναφερόμενη στην μεταξύ τους σχέση είχε πει πως «Ήταν ο ιδανικός μπαμπάς που θα μπορούσε να έχει κάποιος, γιατί ήταν πολύ δοτικός, πολύ προστατευτικός και πολύ φιλελεύθερος ταυτόχρονα. Μπορούσα να κάνω ό,τι ήθελα. Ο πατέρας μου ποτέ δεν με μάλωσε, δεν με απαξίωσε, μιλάγαμε για όλα». Παρόλα αυτά, είχε πει σε τηλεοπτική της εμφάνιση πως σαν συνεργάτης ήταν απαιτητικός και φωνακλάς. Αλλά αυτό όταν δεν μπορούσε να το παλέψει με τις συνθήκες και τους συναδέλφους του.
Η τραγική στιγμή στη ζωή του
Το 1981, μαζί τη δεύτερη σύζυγό του, την σκηνογράφο Έλντα Δημοπούλου, την αδελφή της τη σπουδαία καρατερίστα Ζωζώ Ζάρπα (που έφυγε από τη ζωή, σχεδόν ένα μήνα μετά τον Βασταρδή στις 19 Απριλίου 2012) και τον ποιητή-πεζογράφο Γιάννη Νεγρεπόντη, δημιούργησαν το θέατρο «Θεμέλιο» και το 1992 την ομώνυμη δραματική σχολή, στην Κυψέλη.

Το 1984 όμως, ο ηθοποιός και όλη του η οικογένεια βίωσαν μια μεγάλη τραγωδία: Τον χαμό του 18χρονου γιου του Μάριου ο οποίος σκοτώθηκε στις 21 Νοεμβρίου 1984 σε τροχαίο δυστύχημα, οδηγώντας τη μοτοσικλέτα του σε δρόμο του Ψυχικού. Το πένθος ήταν φυσικά αβάσταχτο, που προσπάθησαν να τον απαλύνουν με τη δουλειά τους.
Ο Νίκος Βασταρδής ήταν μέχρι το καλοκαίρι του 2011 ακμαιότατος, δίδασκε και ετοίμαζε πράγματα. Ένα ατύχημα όμως τον καθήλωσε στο κρεβάτι και από εκεί και πέρα επιδεινώθηκε η κατάσταση της υγείας του. Και όπως είχε πει η κόρη του σε συνέντευξή της «Ο πατέρας μου ήταν ως το τέλος καλλονός».
Σπύρος Δευτεραίος
















