Έγραψε ιστορία στα γήπεδα, με διάφορα παρατσούκλια (όπως: «άλογο»). Αλλά για τους περισσότερους οπαδούς ήταν ο Χρηστάρας. Και ο κόσμος τον αγάπησε και τον αγαπάει. Ακόμα και η νέα γενιά, που δεν τον πρόλαβε στα γήπεδα, ξέρει το όνομά του: Χρήστος Αρδίζογλου.
Έδρασε τα χρυσά χρόνια των δεκαετιών ’70 και ’80, είχε προτάσεις για το εξωτερικό και έπαιξε και στη Μικτή Κόσμου.
Εκτός του ότι υπήρξε ξεχωριστός παίκτης, ήταν και ένας σταρ των γηπέδων, τόσο σε εμφάνιση όσο και σε προσωπικότητα. Ο ίδιος δεν ήταν των δημοσίων σχέσεων, κάτι που το λέει ακόμα και σήμερα. Ίσως όμως κι αυτός να ήταν ο λόγος που ο κόσμος τον λάτρευε. Και μπορεί σε ένα κακό παιχνίδι της ομάδας του –που συμβαίνει σε όλους, σε όλες τις χώρες και σε όλες τις εποχές– να τα «άκουγε», εκείνος όμως την επόμενη μέρα ήταν και πάλι ο αγαπημένος του κόσμου. Όπως συμβαίνει στους ξεχωριστούς ανθρώπους.

Από τα Ιεροσόλυμα στη Νέα Ιωνία
Ο Χρήστος Αρδίζογλου γεννήθηκε σαν σήμερα το 1953, στα Ιεροσόλυμα. Και αν σας προκαλεί εντύπωση η πόλη, η εξήγηση είναι επαγγελματική: Ο πατέρας του εργαζόταν σε θρησκευτικά είδη. Οι γονείς του είχαν έρθει πρόσφυγες από τη Μικρασία, άρα το DNA του έχει μέσα το μεγαλείο αλλά και τη ρίζα της ξενιτιάς.
Όταν εκείνος ήταν 5 χρόνων, η οικογένεια επιστρέφει στην Ελλάδα, και συγκεκριμένα στη Νέα Ιωνία, όπου ο αδελφός του πατέρα του είχε στήσει μια βιοτεχνία επίπλων.

Τα χρόνια ήταν ανέμελα μεν, αλλά φτωχικά. Και μπορεί οι γονείς του να ήθελαν για τον μικρό Χρήστο να γίνει μηχανικός στα καράβια, όμως εκείνος από την στιγμή που ήρθε σε επαφή με την ποδοσφαιρική μπάλα, κατάλαβε πού ανήκει.
«Εγώ έφευγα το πρωί στις 7:30 για το σχολείο και γυρνούσα στο σπίτι μου το βράδυ στις 10:00! Δεν έτρωγα καν το μεσημέρι. Για την μπάλα. Στα διαλείμματα στο σχολείο μπάλα, μετά το σχολείο μπάλα, ως το βράδυ μπάλα. Γύριζα στο σπίτι βράδυ, έκλεινε ο πατέρας μου την πόρτα και τα παράθυρα και με έδερνε. Κάθε μέρα, κάθε μέρα. Δεν άνοιγα βιβλίο», είχε πει σε συνέντευξη. Και συνέχισε με το παρακάτω συγκινητικό σκηνικό:
«Πήγαινα στο σχολείο με τις τσέπες φουσκωμένες, μου έλεγε ο δάσκαλος “τι είναι αυτά;”. Και έβγαζα από τις τσέπες μου βουρτσάκι, κάμελ καθαριστικό, του έλεγα “αν δει η μάνα μου βρόμικα τα παπούτσια, θα φάω ξύλο πάλι”. Στο σχολείο έκρυβα το ένα παπούτσι με το άλλο όταν με σήκωναν όρθιο, για να μη δουν ότι ήταν τρύπιο».

Μάλιστα η μητέρα του κατά κάποιον τρόπο το είχε…προβλέψει ότι ο γιος της θα κάνει μεγάλα ταξίδια. Όπως έχει διηγηθεί ο ίδιος: «Η κακομοίρα η μάνα μου δούλευε και νόμιζε ότι θα γινόμουν μηχανικός στα καράβια. Έλεγε στις φίλες της το φλιτζάνι, διότι ήμασταν από τα Ιεροσόλυμα. Μια μέρα τής λέω “μάνα, θα μου ρίξεις το φλιτζάνι να δεις το μέλλον μου;”. Το έκανε, και μου είπε “εσύ θα κάνεις πολλά ταξίδια”. Από 16-17 χρονών έπαιξα στην Εθνική Νέων, έπαιξα πολλά ματς με την Εθνική Ανδρών, ήμουν από τους καλύτερους στο Euro του ’80, γύρισα όλο τον κόσμο».
Τα πρώτα βήματα
Επαγγελματικά ξεκίνησε το ποδόσφαιρο από τα τμήματα υποδομών του Απόλλωνα Αθηνών. Το 1971, στην ηλικία των 18 ετών, ξεκίνησε να αγωνίζεται στην ομάδα ως αριστερός οπισθοφύλακας. Στην ομάδα αγωνίστηκε για μια τριετία, μέχρι το 1974. Όχι πολύ ήρεμη περίοδο, καθώς οι άνθρωποι της ομάδας δεν τον έκαναν επαγγελματία. Πείσμωσε, και για ένα εξάμηνο τα παράτησε και άρχισε να εργάζεται σε εργοστάσιο.

Τότε μπήκαν στη μέση άνθρωποι από το τεχνικό επιτελείο και ένας συμπαίκτης του, ο Γιάννης Μπεθάνης, και κατάφεραν να πείσουν τη διοίκηση να κάνουν επαγγελματία τον Αρδίζογλου, αλλά και να τον πείσουν να επιστρέψει. Όταν αυτό έγινε, στην επιστροφή του είχε 12 συμμετοχές με την ομάδα του Απόλλωνα που τελικά υποβιβάστηκε στη Β’ Εθνική.
Ο Αρδίζογλου, παίζοντας πλέον σε θέση πλάγιου μεσοεπιθετικού, συμβάλλει στην επάνοδο του Απόλλωνα στην Α’ Εθνική την αμέσως επόμενη χρονιά, και την περίοδο 1973-74 είχε 31 συμμετοχές σημειώνοντας και 6 γκολ.
Λίγο πριν πάει στην ΑΕΚ, όπου έδρασε για 11 χρόνια, βίωσε μια…κλοτσοπατινάδα σχετικά με τη μεταγραφή του σε μεγαλύτερη ομάδα. Αρχικά υπήρχε συζήτηση για τον Ολυμπιακό. Εκεί, σύμφωνα με τον ίδιο, τον ήθελε ο τότε ιδιοκτήτης της ομάδας, ο Σταύρος Νταϊφάς, αλλά ήταν αντίθετος ένας μεγάλος παράγοντας της ομάδας.
Σειρά είχε ο Παναθηναϊκός. Όπως έχει πει: «Στον Παναθηναϊκό βρέθηκα λόγω χούντας. Εκείνη την εποχή υπήρχε χούντα. Και σιγά τη χούντα, εγώ ήμουν φαντάρος και πηδούσα τα κάγκελα και την κοπανούσα… Τέλος πάντων, με παίρνει ο πρόεδρος του Απόλλωνα και μου λέει “ξέχνα τις άλλες ομάδες, με πήρανε από το Πεντάγωνο, έκλεισες στον Παναθηναϊκό!”. Πάω στον Παναθηναϊκό, παίρνω παπούτσια, και σε δυο-τρεις μέρες πέφτει η χούντα! Με παίρνει ο Μπάρλος από την ΑΕΚ [σ.σ.: Λουκάς Μπάρλος, ο 23ος πρόεδρος της ΑΕΚ την περίοδο 1974-81], συναντιέμαι με τον πρόεδρο του Απόλλωνα και με τον Μπάρλο σε ένα μέρος στη Συγγρού και έτσι έκλεισα στην ΑΕΚ».

Τα χρόνια της ΑΕΚ
Η πόρτα της ΑΕΚ άνοιξε, λοιπόν, και τα δημοσιεύματα της εποχής κάνουν λόγο για συμφωνία στην οποία ο Απόλλων πήρε το υπέρογκο για την εποχή ποσό των 5 εκατομμυρίων δραχμών, και ο Αρδίζογλου απέκτησε ένα διαμέρισμα σαν δώρο μεταγραφής. Επίσης, για την ολοκλήρωση της μεταγραφής δόθηκαν στον Απόλλωνα σαν ανταλλάγματα και κάποιοι νεαροί παίκτες της ΑΕΚ, μεταξύ των οποίων και ο Νίκος Καρούλιας.
Και ξεκινά το έπος του Αρδίζογλου. Εμφανισιακά, έχει το στυλ της εποχής: Ψηλός, μελαχρινός, ενίοτε και με μουστάκι, είναι ένας σταρ των γηπέδων. Το δε φετίχ του, ήταν οι κατεβασμένες κάλτσες.
Γι’ αυτό, σε συνέντευξη του είχε αποκαλύψει: «Δεν ήθελα τίποτα πάνω στο πόδι μου. Έχω παίξει με την Εθνική Ενόπλων απέναντι στην Πολωνία του Λάτο, που τότε ήταν όλη σχεδόν η κανονική μεγάλη Εθνική Πολωνίας, στις κορυφαίες ομάδες του Παγκόσμιου Κυπέλλου. Και τους έβαζα γκολ, αλλά ο διαιτητής το ακύρωνε γιατί είχα κάτω τις κάλτσες! Μου έλεγε να τις ανεβάζω, τις ανέβαζα και μετά από λίγο τις κατέβαζα!».
Όσο για την ικανότητά του στα γήπεδα; Ταχύτατος. Εξού και το προσωνύμιο «άλογο». Ο Αρδίζόγλου αλώνιζε στον χώρο του γηπέδου – ή μάλλον κάλπαζε. Έτερο παρατσούκλι που του είχαν κολλήσει ήταν το «τρελός», με την καλή έννοια, αλλά εκείνος εκνευριζόταν.
Η αλήθεια ήταν πως ο Αρδίζογλου ήταν ο ήρωας, ο σταρ των γηπέδων στην εποχή του. Και είχε το σεβασμό και των αντιπάλων του. Και ως ήρωας, όπως είπαμε και πιο πάνω, όταν η ομάδα είχε μια κακή μέρα, οι οπαδοί την «φόρτωναν» στον Χρηστάρα τους, όπως τον αποκαλούσαν.

Με τη φανέλα της ΑΕΚ αγωνίστηκε για 11 συνεχόμενες χρονιές συμπληρώνοντας 261 συμμετοχές και σημειώνοντας 50 γκολ, ενώ κατέγραψε και 13 ευρωπαϊκές εμφανίσεις, 6 στο Κύπελλο Πρωταθλητριών, 2 στο Κύπελλο Κυπελλούχων και 5 στο Κύπελλο UEFA.
Στα ευρωπαϊκά ματς σημείωσε δύο γκολ καθώς σκόραρε το «γκολ της τιμής» στη βαριά εκτός έδρας ήττα με 4-1 από την Σταντάρ Λιέγης την 1η Νοεμβρίου 1977 για τον Β’ γύρο του Κυπέλλου UEFA της περιόδου 1977-78, ενώ με δικό του γκολ έγινε το 2-0 στην μεγάλη νίκη με 6-1 επί της Πόρτο στις 13/9/1978 για τον Α’ γύρο του Κυπέλλου Πρωταθλητριών της περιόδου 1978-79.
Ο Χρήστος Αρδίζογλου κατέκτησε με την ΑΕΚ το νταμπλ της περιόδου 1977-78, το Πρωτάθλημα της περιόδου 1978-79 και το Κύπελλο Ελλάδας της περιόδου 1982-83.
Παρότι ανήκε στην ΑΕΚ, δεν συμμετείχε στην πορεία της ομάδας μέχρι τον ημιτελικό του Κυπέλλου UEFA της περιόδου 1976-77, παρακολουθώντας τους αγώνες από την εξέδρα, καθώς είχε τιμωρηθεί με απαγόρευση συμμετοχής σε ευρωπαϊκές διοργανώσεις από την Πειθαρχική Επιτροπή της UEFA.
Τι είχε συμβεί; Στις 29/5/1974 η Εθνική Νέων είχε αντιμετωπίσει στον ημιτελικό του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος Νέων τη Γιουγκοσλαβία, από την οποία ηττήθηκε με 1-0 και αποκλείστηκε από τον τελικό της διοργάνωσης. Λίγες μέρες μετά, ομάδα Ελλήνων διεθνών συναντήθηκε τυχαία με τον διαιτητή του αγώνα στον οποίο και επιτέθηκαν. Ο διαιτητής αναγνώρισε τους Αρδίζογλου και Βούλγαρη του Ολυμπιακού Βόλου και με έκθεση του προκάλεσε την τιμωρία τους με πολυετή αποκλεισμό από τις διεθνείς και συλλογικές διοργανώσεις της ΟΥΕΦΑ.
Με την Εθνική Ανδρών αγωνίστηκε για πρώτη φορά στις 24/9/1975 στον ισόπαλο με 1-1 αγώνα με τη Ρουμανία για το Βαλκανικό Κύπελλο. Συνολικά συμμετείχε σε 43 αγώνες, σημειώνοντας 2 γκολ. Ήταν μέλος της ομάδας που αγωνίστηκε στην τελική φάση του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος το 1980 στην Ιταλία, όπου συμπεριλήφθηκε στη δεύτερη καλύτερη ενδεκάδα της διοργάνωσης. Επίσης έχει κληθεί μια φορά στη Μικτή Κόσμου.
Το μεγάλο αντίο
Στη διάρκεια της περιόδου 1984-85 ο Αρδίζογλου έρχεται σε προστριβή με τον μεγαλομέτοχο Ζαφειρόπουλο και αποφασίζει να φύγει από την ΑΕΚ με προορισμό τον Απόλλωνα Αθηνών. Ο τότε τεχνικός της ΑΕΚ Αντώνης Γεωργιάδης του υπόσχεται μεταγραφή στον Ολυμπιακό, στον οποίον πηγαίνει και ο ίδιος ως προπονητής σπάζοντας το συμβόλαιό του με την Ένωση. Τα όνειρα του Αρδίζογλου για συνέχιση της καριέρας σε μεγάλη ομάδα δεν γίνονται πραγματικότητα λόγω προστριβής με τον Γεωργιάδη, κι έτσι πηγαίνει στον Απόλλωνα όπου αγωνίστηκε μέχρι τον Δεκέμβριο του 1985 καταγράφοντας 6 συμμετοχές.

Στη συνέχεια, αφού έκανε κάποιες απόπειρες να συνεχίσει την καριέρα του σε Ατρόμητο και Χαλκίδα, κρέμασε οριστικά τα ποδοσφαιρικά του παπούτσια και ακολούθησε την ενασχόληση με την προπονητική σε επίπεδο ερασιτεχνικών σωματείων και ακαδημιών ποδοσφαίρου.
Μάλιστα, το 1978, σε συνεργασία με τους φίλους του Αντώνη και Κώστα Καβαρνό δημιούργησε τη «Σχολή Ποδοσφαίρου Χρήστου Αρδίζογλου».
Ένα από τα μεγάλα παράπονά του ήταν πως δεν έγινε ποτέ τεχνικός στις Ακαδημίες της ΑΕΚ: «Ευτυχώς που μεσολάβησε ο διαιτητής Λέλος Βαμβακόπουλος και μπήκα στην Αστυνομία», είχε πει σε συνέντευξή του.

Ο ίδιος χαρακτηρίζει τον εαυτό του ως «χαζό και αγαθό παιδί», και δεν ξεχνάει ποτέ πως κάποτε αποβλήθηκε γιατί μούντζωσε τον διαιτητή για ένα ανάποδο πλάγιο ενώ η ΑΕΚ κέρδιζε τον Πιερικό με 7-0.
Ο παίκτης που έγινε μέχρι και ποίημα από Γιώργο Μαρκόπουλο («Ωδή στον παίκτη της ΑΕΚ και της Εθνικής Χρήστο Αρδίζογλου»), δεν έχει κρύψει τις πίκρες και τα παράπονά του, αλλά αυτό που μένει στη μνήμη και την ψυχή των φιλάθλων ήταν η μεγάλη του καρδιά.
Για του λόγου το αληθές, έχει εξομολογηθεί σε συνέντευξή του ένα άκρως συγκινητικό σκηνικό που του έχει συμβεί: «Στην Κηφισίας συνάντησα έναν οπαδό του Ολυμπιακού και μου μιλούσε ο άνθρωπος 20 λεπτά, ενώ έπρεπε να πάει στο νοσοκομείο να κάνει αιμοκάθαρση! Μίλαγε μαζί μου και δεν πήγαινε στο νοσοκομείο. Είναι ευλογία η αγάπη που πήραμε από τον κόσμο, όχι μόνο εγώ, όλοι οι παίκτες εκείνης της εποχής. Μας αγάπησε ο κόσμος. Τίποτε άλλο».

Σπύρος Δευτεραίος
















