Κοντάκιο της Τετάρτης της β’ εβδομάδος των νηστειών του Αγίου Ρωμανού του Μελωδού με ακροστιχίδα: «του ταπεινού Ρωμανού ο ύμνος». Διαβάστε το Μέρος Α’ και το Μέρος Β’.
Ελεύθερη απόδοση στη σύγχρονη μορφή της γλώσσας μας από τον Θεόφιλο Πουταχίδη.
ιγ’. Καθώς αυτά τα σχέδια γυρνούσαν στο μυαλό του, το φίδι το φαρμακερό στην Εύα έτσι μίλησε κι αυτά είναι που της είπε:
«Ευχαριστιέμαι και εγώ που είστε ευχαριστημένοι πολύ κι απολαμβάνετε αυτήν την αφθονία.
»Να επαινώ μόνο μπορώ τ’ ότι αληθεύει πάντοτε ο Θεός σε όσα λέει,
»γιατί δεν είπε ψέματα σε σας, σ’ όσα σας είπε
»γι’ αυτό το δέντρο, λέγοντας πως έχει δύναμη πολλή,
»αφού χαρίζει γνώση, ώστε ν’ αντιλαμβάνεσαι ποια είναι στ’ αλήθεια τα καλά και ποια είναι τα φαύλα.
»Σε βάθος τέτοια γνώση κατέχει μόνο ο Θεός
»και μόνο Αυτός διαθέτει στα πάντα τέλεια διάκριση. Γι’ αυτό ακριβώς παράγγειλε,
»πως πρέπει να απέχετε και να μην δοκιμάσετε τίποτα από το δέντρο· καρπούς για εσάς δεν έχει, παρά το ότι παρέχουν αυτοί
»αιώνια ζωή».
ιδ’. »Λέτε να μην το ξέρω πως ο Θεός δημιούργησε την κτίση, έτσι ώστε να είναι σ’ όλα της καλή;
»Αυτός, λοιπόν, που έφτιαξε καλά να είναι τα πάντα, πείτε μου πώς θα τ’ άντεχε να κάνει αυτό το πράγμα; Να έχει φυτέψει, δηλαδή,
»στο μέσο του Παράδεισου τον θάνατο τον ίδιο.
»Το δέντρο αυτό της γνώσης δεν είναι εκεί που βρίσκεται, ζημιά για να σας κάνει.
»Δεν θα πεθάνετε απ’ αυτό, αν φάτε τον καρπό του.
»Τ’ αντίθετο· με τούτο, ωσάν θεοί θα γίνεται τώρα εσείς οι δύο.
»Θα είστε όπως ο Κτίστης και θα μπορείτε πια κι εσείς οι ίδιοι να διακρίνετε
»τι κρύβει από πίσω του καθενός το φέρσιμο, είτε καλού είτε φαύλου. Γι’ αυτό
»τοποθετήθηκε στην πιο περίοπτη θέση. Ολάκερος παράδεισος κι αυτό μπήκε στο κέντρο. Τούτο συνέβη, φυσικά, γιατί μπορεί να δώσει σ’ όλους
»αιώνια ζωή».
ιε’. Αυτή ‒η Εύα‒ το λοιπόν, το δέντρο καλοκοίταξε κι όπως το είδε όμορφο και καρπερό συνάμα,
φούντωσε μέσα της φωτιά απ’ την επιθυμία και ανυπομονούσε να έρθει γρήγορα η στιγμή που τους καρπούς του θα γευτεί.
Κι αρχίνησε τους λογισμούς ‒ στο νου της τρικυμία. «Αυτός που μου αποκάλυψε τώρα αυτό το πράγμα», στον εαυτό της έλεγε, «δεν είναι του Θεού εχθρός.
»Τι λόγο έχει, δηλαδή, το φίδι να ’χει έχθρα μ’ Εκείνον που έπλασε κι αυτό κι ολάκερο τον κόσμο;
»Πράγματι, αυτό το δέντρο το βλέπεις και ευφραίνεσαι, υπέροχο φαντάζει.
»Ας μην αργώ τώρα, λοιπόν, κι ας φάω από τον καρπό που όποιος τον τρώει γίνεται θεός, καθώς μου είπαν.
»Αντί να κάθομαι εδώ και μαραμένη να κοιτώ και φάτε μάτια ψάρια, ας το απολαύσω άμεσα!
»Και μάλιστα, θα δώσω στον άνδρα μου να φάει κι αυτός, ώστε μαζί να έχουμε
»αιώνια ζωή».
ις’. Και τώρα που αποδέχτηκες πράγμα θανατηφόρο και, μάλιστα, το έφαγες, ω! δύσμοιρη εσύ Εύα,
τι τρέχεις, γιατί βιάζεσαι να σύρεις στην καταστροφή μαζί σου και τον άνδρα σου, τον άνδρα σου τον ίδιο;
Γιά εξέτασε με προσοχή καλά τον εαυτό σου, και κοίτα
εάν πράγματι πέτυχες με ό,τι έφαγες αυτό που λαχταρούσες.
Έγινες, δηλαδή, θεός, όπως το είχες ελπίσει; Πρώτα σιγούρεψε αυτό,
κι αν όντως έτσι είναι, τότε, γυναίκα, πρότρεψε
τον άνδρα σου να φάει κι αυτός αυτό που έφαγες. Τον όλεθρο αγόρασες, τον πήρες για δικό σου·
πρόσεξε να μην κάνεις συνιδιοκτήτη σε αυτόν τον ίδιο σου τον άνδρα. Τι τρέχεις τώρα και πού πας; Νομίζεις πως
σαν έφαγες καρπό απ’ αυτό το δέντρο πήρες
αιώνια ζωή;
ιζ’. Όταν του δέντρου τον καρπό θέλοντας να ευχαριστηθεί προς τον χαμό της πήγε, η Εύα δεν το απόλαυσε.
Κι όμως, με βιάση έτρεξε και στον Αδάμ να δώσει να φάει από τον καρπό.
Και λες και θα του πρόσφερε το πιο μεγάλο δώρο,
έτσι αυτή καμωνόταν και αυτά είναι που του είπε:
«Τι θησαυρό αγνοούσαμε και πώς τον παραβλέπαμε, σύζυγε, μέχρι τώρα;
»Και πώς φοβόμασταν ‒μου λες;‒ να απολαύσουμε κι οι δυο μια τέτοια ευτυχία!
»Τώρα όμως ξέρω, άνδρα μου, κι έχω την εμπειρία.
»Ήταν αδικαιολόγητη η όποια μας δειλία. Γιατί ορίστε, έφαγα, δοκίμασα η ίδια
»κι εδώ μπροστά σου στέκομαι, ως βλέπεις, ζωντανή, παρότι βρέθηκα μακριά απ’ την
»αιώνια ζωή.
ιη’. »Αυτός που μου διαμήνυσε το τι είναι αυτό το δέντρο, μου είπε λόγια αληθινά· βάρος είχε ο λόγος του, αφού έχει εμπειρία.
»Γιατί ‒ορίστε!‒ έφαγα, αλλά ποσώς δεν πέθανα, όπως είχε προβλέψει ότι θα γίνει ο Θεός
»κι ήρθα κοντά σου τώρα ως βλέπεις ολοζώντανη.
»Τα λόγια αυτής της εντολής που Αυτός μας είχε δώσει, δεν ήταν κυριολεκτικά· συμβολικά θα μίλησε, ήτανε σχήμα λόγου.
»Γιατί, αν ήταν αληθή, που λένε, πέρα ως πέρα, ήδη τώρα θα μ’ έκλαιγες, θα με μοιρολογούσες,
»καθώς θα ήμουνα νεκρή ‒ θα ήμουν στο θάνατο δοσμένη και στο χώμα ξαπλωμένη.
»Πάρε κι εσύ άνδρα μου, λοιπόν, από αυτό που έχω κι απόλαυσε όσο το μπορείς
»και λάβε την αξία, τη θεία και την άσπιλη, που αυτό θα σου χαρίσει.
»Θεός θα γίνεις με αυτό, και θα ’σαι όπως Εκείνος που δίνει
»αιώνια ζωή».
















