Στις 3 Μαρτίου 1966 ανακοινώνεται η απέλαση και του τελευταίου Έλληνα υπηκόου κατοίκου Κωνσταντινούπολης, με εξαίρεση περίπου 1.500 άτομα που παρέμειναν για ειδικούς λόγους αλλά με καθεστώς αλλοδαπού.
Η ημερομηνία είναι ο συμβολικός επίλογος μιας οργανωμένης διαδικασίας εκκαθάρισης που είχε ξεκινήσει δύο χρόνια νωρίτερα, με στόχο τους Ρωμιούς.
Τον Μάρτιο του 1964 η κυβέρνηση του Ισμέτ Ινονού έθεσε σε εφαρμογή το σχέδιο διάλυσης της ελληνικής κοινότητας της Κωνσταντινούπολης. Δεν επρόκειτο για αιφνίδια αντίδραση στην ένταση των ελληνοτουρκικών σχέσεων ή στις συγκρούσεις στην Κύπρο που είχαν αίτημα την αυτοδιάθεση των Ελλήνων.

Σύμφωνα με ιστορικές μαρτυρίες και στοιχεία που ήρθαν στο φως μετά τη δημοσίευση των πρακτικών της δίκης για τα Σεπτεμβριανά του 1955, το σχέδιο μαζικών απελάσεων Ελλήνων υπηκόων είχε καταστρωθεί ήδη από το 1957.
Κατά την κατάθεσή του, ο στρατηγός Ρεφίκ Τουλγκά –υπασπιστής του προέδρου Τζελάλ Μπαγιάρ– αποκάλυψε ότι υπήρχε συγκεκριμένο σχέδιο απέλασης και δήμευσης περιουσιών των Ελλήνων. Το γεγονός ότι τόσο ο Μπαγιάρ όσο και ο Ινονού προέρχονταν από το ιδεολογικό περιβάλλον του Κομιτάτου «Ένωση και Πρόοδος» δείχνει τη συνέχεια μιας πολιτικής αντίληψης που στόχευε συστηματικά στις μη μουσουλμανικές κοινότητες.
Αλυσίδα περιορισμών, διώξεων και διωγμών
Οι απελάσεις του 1964-65 δεν ήταν μεμονωμένο γεγονός. Αποτελούσαν την κορύφωση μιας διαρκούς πολιτικής περιορισμών και διωγμών, στο πλαίσιο της ακραίας εθνικιστικής πολιτικής που ακολούθησε η Δημοκρατία της Τουρκίας με στόχο τον εκτουρκισμό της οικονομίας, της παιδείας και γενικά όλων των τομέων της ζωής:
• Το 1932 απαγορεύθηκε η άσκηση πολλών επαγγελμάτων από Έλληνες υπηκόους.
• Το 1941-2 εφαρμόστηκε μια πετυχημένη «συνταγή» από την περίοδο της Γενοκτονίας των χριστιανικών πληθυσμών, η επιστράτευση των ανδρών στα τάγματα εργασίας.
• Το 1942 ψηφίστηκε ο ληστρικός φόρος περιουσίας. Βασικά κριτήρια για τον καθορισμό του φόρου –γνωστού και ως βαρλίκι– ήταν η θρησκεία και η εθνικότητα.
• Το 1955 έγιναν τα Σεπτεμβριανά, το ανθελληνικό πογκρόμ που περιγράφηκε ως «Η Νύχτα των Κρυστάλλων» του ελληνισμού της Πόλης.
Το νομικό πρόσχημα
Στις 16 Μαρτίου 1964 η τουρκική κυβέρνηση ακύρωσε μονομερώς τη Σύμβαση Εγκατάστασης, Εμπορίου και Ναυτιλίας του 1930 μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Με την απόφαση αυτή άνοιξε ο δρόμος για τις απελάσεις των Ελλήνων υπηκόων της Κωνσταντινούπολης.
Ωστόσο νομικά η κίνηση αυτή θεωρείται αμφισβητήσιμη, καθώς η Συνθήκη της Λοζάνης –διεθνής συμφωνία– δεν μπορούσε να αναιρεθεί από μια διμερή σύμβαση.
Το άρθρο 2 της Σύμβασης Ανταλλαγής Πληθυσμών όριζε ρητά ποιοι θεωρούνταν Έλληνες της Κωνσταντινούπολης και εξαιρούνταν από ανταλλαγή.

Το 1927 οι Έλληνες της Πόλης αριθμούσαν περίπου 120.000, από τους οποίους 26.000 ήταν Έλληνες υπήκοοι. Το 1964 είχαν απομείνει περίπου 90.000 συνολικά, εκ των οποίων μόλις 12.000 είχαν ελληνική υπηκοότητα.
Η επιχείρηση των απελάσεων
Η διαδικασία ήταν οργανωμένη και συστηματική. Ο πρώτος κατάλογος απελαθέντων δημοσιεύθηκε στις τουρκικές εφημερίδες και περιείχε 133 ονόματα. Στη συνέχεια, κάθε δέκα περίπου ημέρες ανακοινώνονταν νέοι κατάλογοι με 150 έως 500 άτομα.
Η σύλληψη γινόταν συνήθως τη νύχτα. Αστυνομικοί εμφανίζονταν στα σπίτια και οδηγούσαν τους ανθρώπους στη Διεύθυνση Ασφαλείας. Εκεί εξαναγκάζονταν να υπογράψουν έγγραφα που δεν τους επιτρεπόταν να διαβάσουν, με τα οποία «ομολογούσαν» ότι είχαν διαπράξει κατασκοπεία ή άλλες ενέργειες κατά του τουρκικού κράτους.

Μέχρι τον Οκτώβριο του 1964 είχαν απελαθεί 1.180 Έλληνες. Τους επόμενους μήνες ο αριθμός έφτασε περίπου τους 12.500, ενώ μαζί τους αναγκάστηκαν να φύγουν και περίπου 50.000 συγγενείς ή μέλη οικογενειών.
«Με μια βαλίτσα και 20 δολάρια»
Οι εκδιωχθέντες μπορούσαν να πάρουν μαζί τους μόνο λίγα προσωπικά αντικείμενα – συνήθως μια βαλίτσα έως 20 κιλά και περίπου 20 δολάρια. Όλες οι περιουσίες δεσμεύονταν για δεκαετίες.
Ανάμεσα στους εκτοπισμένους βρίσκονταν ηλικιωμένοι, άρρωστοι, οικογένειες με βρέφη, επαγγελματίες και εργαζόμενοι που ζούσαν επί γενιές στην Πόλη. Η προπαγάνδα του Τύπου τούς παρουσίαζε ως «εχθρούς του τουρκισμού» και κοινωνικούς εκμεταλλευτές, δημιουργώντας κλίμα εχθρότητας στην κοινή γνώμη.

Οι απελάσεις συνοδεύτηκαν από ευρύτερα μέτρα αποδόμησης της ρωμαίικης κοινότητας:
• οικονομικός αποκλεισμός μέσω οργανωμένων μποϊκοτάζ,
• διορισμός κρατικών «υποδιευθυντών» στα ελληνικά σχολεία,
• στοχοποίηση ιδρυμάτων και οργανισμών,
• ανακρίσεις στελεχών κοινοτήτων
Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν η έρευνα κατά του μειονοτικού ιδρύματος Βαλουκλή (νοσοκομείο-γηροκομείο), επειδή δωρεά εξοπλισμού θέρμανσης θεωρήθηκε ύποπτη για μεταφορά όπλων.
Κεντρικός συντονιστικός μηχανισμός των μέτρων υπήρξε η Ειδική Επιτροπή Μειονοτήτων που ιδρύθηκε το 1962 και λειτουργούσε απευθείας στο πρωθυπουργικό γραφείο. Η ύπαρξη και ο ρόλος της αποκαλύφθηκαν μόλις το 2004.
Στελέχη της επιτροπής συνδέονταν με προηγούμενα επεισόδια διώξεων, γεγονός που ενισχύει την εικόνα μιας μακροχρόνιας κρατικής στρατηγικής.
Διεθνείς ευθύνες και ελληνική αδράνεια
Η απέλαση των Ελλήνων υπηκόων θεωρείται σοβαρή παραβίαση διεθνών συνθηκών, μεταξύ των οποίων η Συνθήκη της Λοζάνης και η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Παρ’ όλα αυτά, καμία από τις χώρες που τις είχαν συνυπογράψει δεν προσέφυγε σε διεθνή δικαστήρια για την προστασία της ομογένειας.
Παράλληλα, η αντίδραση των ελληνικών κυβερνήσεων της περιόδου 1964-74 χαρακτηρίζεται από πολλούς ιστορικούς ως ανεπαρκής έως αδιάφορη.
Έτσι, μέσα σε έναν χρόνο ο αριθμός των Ελλήνων της Πόλης μειώθηκε από περίπου 90.000 σε 30.000. Η εξέλιξη αυτή αποτέλεσε καίριο πλήγμα για έναν από τους αρχαιότερους ελληνικούς πληθυσμούς της Μεσογείου.
Οι απελάσεις του 1964-65 θεωρούνται από πολλούς ιστορικούς το τελειωτικό χτύπημα του ελληνισμού της Κωνσταντινούπολης – όχι επειδή τον εξαφάνισαν, αλλά επειδή διέκοψαν τη φυσική ιστορική του συνέχεια.



![Το Συνέδριο του Βερολίνου [13 Ιουλίου 1878], σε πίνακα του Anton von Werner. Οι Μεγάλες Δυνάμεις αναδιαμόρφωσαν τους όρους της ειρήνης, αφήνοντας τους Αρμένιους εκτός αίθουσας και εκτός προστασίας (πηγή: Wikipedia)](https://www.pontosnews.gr/wp-content/uploads/2026/01/synedrio-verolinoy-360x180.jpg)












