Η αντιπαράθεση Σαμαρά–Μητσοτάκη για τη σύμβαση με τη Chevron δεν είναι απλώς μια εσωκομματική διαφωνία. Αφορά τον πυρήνα της ελληνικής στρατηγικής στην Ανατολική Μεσόγειο: πώς ασκούνται τα κυριαρχικά δικαιώματα –με ρητορικές κορόνες ή με μεθοδικές κινήσεις–, και πώς εντάσσονται αυτές οι κινήσεις σε ένα ευρύτερο γεωπολιτικό παιχνίδι όπου συμμετέχουν ΗΠΑ, Τουρκία, Ισραήλ, Αίγυπτος, Λιβύη και, στο βάθος, η ευρωπαϊκή ανάγκη ενεργειακής ασφάλειας.
Ο Αντώνης Σαμαράς, με μια δήλωση που προκάλεσε έντονη πρωθυπουργική αντίδραση, έθεσε δύο ζητήματα.
Πρώτον, ότι στη σύμβαση προστέθηκαν ρήτρες που αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο μελλοντικής απώλειας τμήματος της συμβατικής περιοχής, εφόσον υπάρξει διεθνής οριοθέτηση που μεταβάλει το πλαίσιο δικαιοδοσίας.
Δεύτερον, ότι η κυβέρνηση καλλιέργησε ένα αφήγημα «επικύρωσης κυριαρχικών δικαιωμάτων» μέσω της Chevron, το οποίο η ίδια η ρήτρα αποδυναμώνει. Για ποια κυριαρχικά δικαιώματα μιλά η κυβέρνηση όταν στην σύμβαση περιλαμβάνεται η –ενδεχόμενη– αμφισβήτησή τους.
Η ρήτρα που προβλέπει αποχώρηση της εταιρείας σε περίπτωση που μελλοντική οριοθέτηση μεταβάλει τα όρια της ελληνικής υφαλοκρηπίδας ή ΑΟΖ δεν αποτελεί από μόνη της εκχώρηση κυριαρχίας. Μια ιδιωτική σύμβαση δεν αλλάζει το Διεθνές Δίκαιο, ούτε δημιουργεί νομικό προηγούμενο έναντι της Τουρκίας, λένε οι ειδικοί.
Όμως η ρήτρα έχει πολιτικό βάρος, διότι αναγνωρίζει στο επίπεδο της συμβατικής πρόβλεψης ότι η περιοχή δεν αντιμετωπίζεται ως απολύτως τετελεσμένη. Αυτό δεν αλλάζει το νομικό καθεστώς, αλλά επιβεβαιώνει την ύπαρξη αβεβαιότητας, την οποία μια κυβέρνηση δεν μπορεί να αμφισβητήσει με πανηγυρικούς τίτλους. Δεν μπορείς να λες ότι διασφάλισες τα κυριαρχικά δικαιώματα όταν την ίδια στιγμή, με την ίδια σύμβαση, ενδεχομένως να τα αμφισβητήσεις.
Και εδώ ο Σαμαράς έχει δίκιο: όταν παρουσιάζεις μια εμπορική σύμβαση ως «διεθνή σφραγίδα» για τα κυριαρχικά σου δικαιώματα, αρκεί ένα άρθρο, μια φράση, μια ρήτρα, για να εκτεθείς. Η Chevron δεν «επικυρώνει» κυριαρχία. Ούτε μπορεί. Κυριαρχικά δικαιώματα απορρέουν από το Δίκαιο της Θάλασσας και τη διεθνή πρακτική, όχι από επενδυτικές συμβάσεις.
Το ζήτημα όμως είναι ότι η κυβέρνηση επέλεξε, για άλλη μια φορά, την επικοινωνιακή διαχείριση ενός μείζονος σημασίας εθνικού θέματος σε ένα περιβάλλον όπως η Ανατολική Μεσόγειος στο οποίο η Τουρκία δεν περιμένει να βρει νομικές «τρύπες» για να αντιδράσει. Αντιδρά πολιτικά. Και αυτό αποτυπώθηκε καθαρά με την επιστολή της στον ΟΗΕ.
Πέντε ημέρες μετά τη συνάντηση Μητσοτάκη-Ερντογάν, η Τουρκία επανήλθε με επίσημο έγγραφο, επιθετικά κατά της Ελλάδας, και υπερασπίστηκε τη «Γαλάζια Πατρίδα» επιμένοντας στο τουρκολιβυκό μνημόνιο ως δήθεν νόμιμη βάση οριοθέτησης.
Το ενδιαφέρον δεν είναι μόνο ότι επανέλαβε τις γνωστές θέσεις της. Είναι ότι στόχευσε συγκεκριμένα την ελληνική πρακτική της μέσης γραμμής και την επίκληση της εσωτερικής νομοθεσίας, υποστηρίζοντας ότι τέτοιες μονομερείς προσεγγίσεις δεν παράγουν έννομα αποτελέσματα εις βάρος της Τουρκίας. Παράλληλα, επανέφερε τη ρητορική περί «ευθυδικίας» και περί περιορισμένης επήρειας των νησιών, επιχειρώντας να εμφανίσει τις ελληνικές θέσεις ως υπερβολικές και «μαξιμαλιστικές».
Η ελληνική απάντηση –ότι οι τουρκικοί ισχυρισμοί είναι νομικά ανυπόστατοι και ότι τα νησιά έχουν πλήρη δικαιώματα σε θαλάσσιες ζώνες– είναι διπλωματικά αναγκαία και, ως γραμμή, σωστή. Όμως δεν αρκεί από μόνη της να κλείσει το θέμα.
Η Τουρκία δεν επιδιώκει μόνο μια νομική αντιπαράθεση. Διαμορφώνει τις θέσεις της σε πολιτικό επίπεδο σε διεθνείς οργανισμούς, και επιχειρεί να φθείρει κάθε ελληνική κίνηση. Στο πλαίσιο αυτό, η υπόθεση Chevron δεν είναι απλώς οικονομικό γεγονός. Είναι πολιτικό. Και ακριβώς γι’ αυτό η τουρκική αντίδραση εστίασε στην ίδια την παρουσία της εταιρείας σε οικόπεδα νοτίως της Κρήτης.
Εδώ εστιάζεται και η κριτική στην ελληνική κυβέρνηση:
• Πρώτον, η υπερβολική θριαμβολογία. Όταν παρουσιάζεις μια σύμβαση ως γεωπολιτική «νίκη» και ως ακύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου, ενώ η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη, δημιουργείς προσδοκίες που δεν μπορείς να στηρίξεις και προσφέρεις στην Τουρκία την ευκαιρία να σου επιτεθεί.
• Δεύτερον, το έλλειμμα σοβαρής τεκμηρίωσης. Ποια είναι η συνήθης πρακτική σε τέτοιες συμβάσεις πώς προστατεύεται ουσιαστικά το Δημόσιο.
• Τρίτον, η απουσία μιας ενιαίας στρατηγικής που να συνδέει τις ενεργειακές κινήσεις με την ευρύτερη περιφερειακή πραγματικότητα: Ισραήλ που εξάγει μέσω Αιγύπτου, Αίγυπτος που αναζητά σταθερή τροφοδοσία, Λιβύη που επαναμοιράζει οικόπεδα και δίνει χώρο και στην τουρκική TPAO, και μια Τουρκία που δοκιμάζει συνεχώς τα όρια.
Μέσα σε αυτό το σκηνικό, η παρουσία της Chevron και της Exxon Mobil στην Ελλάδα έχει όντως γεωπολιτικό ενδιαφέρον. Όχι γιατί «νομιμοποιεί» την ελληνική θέση, αλλά γιατί εντάσσει την Ελλάδα σε ένα πλέγμα δυτικών συμφερόντων, το οποίο μπορεί να λειτουργήσει αποτρεπτικά εφόσον συνοδευτεί από σοβαρή διπλωματία και σταθερή πολιτική. Η Chevron δεν ορίζει την κυριαρχία. Όμως η παρουσία της είναι θετική.
Το αν η Ελλάδα πρέπει να προχωρήσει σε μονομερή ανακήρυξη ΑΟΖ είναι διαφορετική συζήτηση. Η ανακήρυξη δεν λύνει από μόνη τις διαφορές. Σημαίνει, όμως, κάτι και το κάτι αυτό είναι σημαντικό.
Ναι, η ενεργειακή πολιτική μπορεί να γίνει πυλώνας εξωτερικής πολιτικής. Αλλά όχι μόνη της.
Ο Σαμαράς έχει δίκιο όταν ζητά απαντήσεις επί της ουσίας.
Η Τουρκία, με την κίνηση στον ΟΗΕ, υπενθύμισε πως ό,τι συμβαίνει νότια της Κρήτης δεν θα κριθεί από ανακοινώσεις που αποβλέπουν στο εσωτερικό ακροατήριο. Αλλά από τις διπλωματικές και αμυντικές σου δυνατότητες και από συμμαχίες που έχουν την διάθεση να σε υποστηρίξουν.
Και εκεί η κυβέρνηση δεν έχει πολλά να πει. Ακολουθεί παλαιές μεθόδους της εποχής που ήταν παντοδύναμη. Η εποχή αυτή παρήλθε. Στη διαχείριση των εθνικών θεμάτων δεν υπεισέρχεται η παράμετρος της εσωτερικής επικοινωνίας. Έχει γίνει σοβαρότερη υπόθεση. Και η κυβέρνηση πρέπει να το συνειδητοποιήσει.
















