Πήρε τον κόσμο (κυριολεκτικά) από το χέρι και τον έβαλε να περπατήσει στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, στο Παγκράτι της Κατοχής και στο Μπλόκο της Κοκκινιάς, να συναντήσει τις γυναίκες της Αντίστασης και τους δωσίλογους – ίσως το… αγαπημένο του θέμα. Τον συναντάμε επίσης στα Εξάρχεια, στην Καισαριανή και στου Μακρυγιάννη, στα σαμποτάζ και στις διαδηλώσεις στην κατοχική Αθήνα γενικότερα, στον Βύρωνα με τους Μικρασιάτες πρόσφυγες.
Ο Μενέλαος Χαραλαμπίδης είναι ένας επιστήμονας που η Ιστορία τον έπιασε από το αυτί και τον έβγαλε από το υπουργείο Οικονομικών, και συγκεκριμένα από τη Διεύθυνση Εθνικών Κληροδοτημάτων, για να τον βάλει στα βαθιά μιας εποχής που ακόμα διχάζει – την Κατοχή και τον Εμφύλιο. Και αυτή την εποχή την ανασυστήνει στον δημόσιο χώρο, ως εμπειρία.
Η συγκυρία της συνάντησής μας μοιάζει σχεδόν συμβολική. Ο δημόσιος διάλογος για τη δεκαετία του ’40 έχει ανοίξει μετά την ανακάλυψη των φωτογραφιών των 200 εκτελεσμένων της Καισαριανής.
Ο ίδιος συμμετέχει στη συζήτηση – είναι άλλωστε ένας ιστορικός που κατάφερε ένα επιστημονικό βιβλίο να βρει ένα πολύ μεγάλο κοινό. «Έχουν περάσει δύο χρόνια από την κυκλοφορία και έχουν πουληθεί πάνω από 60.000 αντίτυπα», λέει για το έργο του Οι δωσίλογοι, με τόνο που δείχνει πως ούτε ο ίδιος δεν το θεωρεί αυτονόητο.
Δεν πιστεύει στις συμπτώσεις. Η παρουσία του στον δημόσιο χώρο, εξηγεί, είναι συνειδητή επιλογή. Η Ιστορία δεν ήταν εξαρχής το επάγγελμά του ούτε το πεδίο σπουδών του. Ξεκίνησε από τα Οικονομικά και εργαζόταν ήδη στο υπουργείο Οικονομικών όταν, σχεδόν στα 30 του, άρχισε να διαβάζει ιστορικά βιβλία που του δάνειζε ένας φίλος. Εκεί κατάλαβε κάτι που τον άλλαξε.
«Αυτά που κατάλαβα και αυτά που έμαθα ήταν πράγματα που μου άλλαξαν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνομαι τον κόσμο γύρω μου», λέει. «Η γνώση ως δύναμη κατανόησης του τι συμβαίνει –όχι μόνο στο παρελθόν αλλά και στο σήμερα–, είναι κάτι που πρέπει να είναι κοινό κτήμα».
Αυτό το αίσθημα τον οδήγησε να δοκιμάσει να μπει στον χώρο της ιστορικής έρευνας. Έδωσε εξετάσεις για μεταπτυχιακό στη Φιλοσοφική Αθηνών και έγινε δεκτός. «Ακόμα δεν ξέρω γιατί» λέει χαμογελώντας, σαν να θυμάται την έκπληξη εκείνης της στιγμής.

Καθοριστικό ρόλο στην πορεία του έπαιξαν οι οικογενειακές αφηγήσεις. Η οικογένεια του πατέρα του είχε φύγει από τα Σούρμενα του Πόντου, είχε καταφύγει στο Βατούμ και έφτασε στην Αθήνα μετά τις σταλινικές διώξεις του 1938-39, και εγκαταστάθηκε στον Βύρωνα. Ο πατέρας του μιλούσε συχνά για εκείνα τα χρόνια. «Δεν οργανώθηκε ποτέ», θυμάται, «γιατί ο δικός του πατέρας τού είχε πει “Μην μπλέξεις, γιατί θα μας διώξουν και από εδώ”. Αλλά όλοι του οι φίλοι ήταν οργανωμένοι στο ΕΑΜ».
Οι ιστορίες αυτές έμειναν μέσα του και ενεργοποιήθηκαν όταν χρειάστηκε να επιλέξει θέμα έρευνας. Έτσι ξεκίνησε να μελετά την αντιστασιακή δράση στις ανατολικές συνοικίες της Αθήνας –Καισαριανή, Βύρωνα, Παγκράτι– και από εκεί προέκυψε το πρώτο του βιβλίο. Όμως πολύ σύντομα συνειδητοποίησε ότι το υλικό που συγκέντρωνε ξεπερνούσε τα όρια μιας έκδοσης. Κάποια πράγματα έπρεπε να ειπωθούν αλλιώς.
Τότε γεννήθηκαν οι ιστορικοί περίπατοι. Τους ξεκίνησε το 2013, χωρίς να ξέρει πώς θα εξελιχθούν. Σήμερα έχουν ξεπεράσει τους διακόσιους. «Στόχος μου είναι να λειτουργούν ως έναυσμα ώστε μετά κάποιος να πάει να διαβάσει», λέει. Δεν θέλει να αντικαταστήσουν το βιβλίο· θέλει να ανοίξουν την πόρτα προς αυτό.

Η εμπειρία, όπως την περιγράφει, είναι σχεδόν σωματική. Οι συμμετέχοντες και οι συμμετέχουσες στέκονται σε σημεία που μέχρι τότε ήταν απλώς μέρος της καθημερινότητάς τους – δρόμοι για τη δουλειά, πλατείες για καφέ, γειτονιές για βόλτα–, και ξαφνικά μαθαίνουν τι συνέβη εκεί. «Πηγαίνουμε σε σημεία που τα έχουν ζήσει εντελώς διαφορετικά και τους αφηγούμαι μια ιστορία που τους είναι άγνωστη. Και όπως συνέβη και σε μένα, μετά κανείς δεν βλέπει την πόλη με τον ίδιο τρόπο» αναφέρει.
Η αντίδραση του κόσμου συχνά τον εκπλήσσει. «Μου έχουν πει ότι είναι σαν να πιάνεις την Ιστορία με τα χέρια σου», λέει.
Άλλοτε εμφανίζεται θυμός – θυμός για το ότι γεγονότα τόσο κοντινά έμειναν άγνωστα. Άλλοτε συγκίνηση. Σε πολλούς περιπάτους άνθρωποι δακρύζουν. Εκείνος προσπαθεί να κρατά ισορροπία: «Προσπαθώ να μην εκβιάζω το συναίσθημα. Είναι όλα ήδη από μόνα τους και συγκινητικά και σκληρά».
Υπάρχουν στιγμές που ακόμη και για τον ίδιο είναι δύσκολο να μιλήσει. «Δεν είναι εύκολο να είσαι μέσα στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής και να μιλάς για τους ανθρώπους που εκτέλεσαν εκεί όπου πατάς. Δεν είναι εύκολο να είσαι στη Μάντρα της Κοκκινιάς και να μιλάς για τους εκτελεσμένους». Και όμως, συνεχίζει. Γιατί πιστεύει ότι η παρουσία στο χώρο δημιουργεί μια σχέση με το παρελθόν που κανένα βιβλίο δεν μπορεί να αναπαραγάγει.

Αυτό που τον έχει εντυπωσιάσει περισσότερο είναι η ποιότητα του διαλόγου. Σε πάνω από διακόσιες διαδρομές θυμάται μόνο μία φορά κάποιον που αντέδρασε επιθετικά. Αντιθέτως, εκείνο που κυριαρχεί είναι οι ερωτήσεις. «Δεν περίμενα ότι η συζήτηση θα ήταν τόσο πλούσια» λέει, ειδικά σε μια χώρα όπου –όπως παρατηρεί– πολλά από αυτά τα ζητήματα έχουν μείνει για χρόνια στο περιθώριο.
Συχνά οι ερωτήσεις ξεκινούν από τα στερεότυπα. Ένα από τα πιο διαδεδομένα, αναφέρει ο Μενέλαος Χαραλαμπίδης, είναι ότι «η Ιστορία διδάσκει». Εκείνος διαφωνεί: «Η Ιστορία δεν δίνει μαθήματα. Άμα ήταν έτσι, οι πρωθυπουργοί θα ήταν ιστορικοί». Το ίδιο συμβαίνει και με την ιδέα ότι «η Ιστορία επαναλαμβάνεται»: «Δεν επαναλαμβάνεται. Επαναλαμβάνονται οι ανθρώπινες συμπεριφορές και η Ιστορία το καταγράφει».
Πίσω από αυτές τις φράσεις βλέπει ένα βαθύτερο ζήτημα: την έλλειψη ιστορικής κουλτούρας. «Είμαστε ένας λαός πολύ περήφανος για την ιστορία του, την οποία όμως δεν τη γνωρίζει», σημειώνει. Κατά τον ίδιο, όταν μια αφήγηση αποκλίνει από όσα έχουμε μάθει στο σχολείο ή στο σπίτι, η αντίδραση μπορεί να είναι έντονη.
«Οι άνθρωποι εξεγείρονται όταν σε όλη τους τη ζωή μαθαίνουν το Α και έρχεσαι εσύ και τους λες ότι δεν ισχύει», εξηγεί.
Στην έρευνά του για την Κατοχή κατέληξε σε ένα συμπέρασμα που θεωρεί κεντρικό: το ρόλο των Μικρασιατών προσφύγων.
«Οι Μικρασιάτες είναι η ατμομηχανή του ΕΑΜικού αντιστασιακού κινήματος σε Αθήνα και Πειραιά», υπενθυμίζει. Και θυμάται μια συζήτηση με τον Μανώλη Γλέζο, όταν τον ρώτησε γιατί πρωτοστάτησαν. Η απάντηση ήταν λιτή: «Γιατί πολύ απλά, δεν άντεχαν δεύτερη καταστροφή σε 18 χρόνια».

Η στάση αυτή δεν εξηγείται μόνο από το τραύμα της προσφυγιάς· συνδέεται και με πολιτικές εμπειρίες. Πολλοί πρόσφυγες θεωρούσαν τον βασιλιά υπεύθυνο για τη Μικρασιατική Καταστροφή και δεν ήθελαν την επιστροφή του. Υπήρχε επίσης ένα παλαιότερο, σχεδόν άγνωστο σήμερα επεισόδιο. «Να μην ξεχνάμε το πογκρόμ στα Νοεμβριανά του 1916», υπογραμμίζει. «Τότε βασιλικοί αρπάζουν Μικρασιάτες πρόσφυγες και τους εκτελούν πίσω από το νοσοκομείο “Σωτηρία” στου Γουδή. Κανονικό πογκρόμ».
Το περιστατικό αυτό, μας εξηγεί ο Μενέλαος Χαραλαμπίδης, δείχνει ότι το μίσος απέναντι στους πρόσφυγες εκδηλώθηκε με βίαιο τρόπο ήδη πριν από το 1922. Και μέσα στην Κατοχή, πέρα από τη βασική σύγκρουση ανάμεσα σε αντιστασιακές και αντιΕΑΜικές οργανώσεις, υπήρχε και μια κοινωνική διάσταση.
«Οι πρόσφυγες στελεχώνουν μαζικά το ΕΑΜικό κίνημα – δεν θα τους βρούμε στην ένοπλη συνεργασία» λέει. Αυτό, σημειώνει, συνδέεται και με το γεγονός ότι το ελληνικό κράτος δεν τους εμπιστευόταν και δεν τους είχε επιτρέψει πρόσβαση σε μηχανισμούς εξουσίας. Έτσι ο ένοπλος δωσιλογισμός ήταν κυρίως υπόθεση ανθρώπων που ήδη ανήκαν στον κρατικό μηχανισμό.

Η συζήτηση οδηγείται αναπόφευκτα στο ζήτημα της συνεργασίας με τους κατακτητές. Η σιωπή γύρω από αυτό, επισημαίνει, δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο: «Αυτά που γίνονται κατά τη διάρκεια του πολέμου είναι τόσο αδιανόητα, που αν τα θυμόμασταν διαρκώς δεν θα μπορούσαμε να πάμε στην επόμενη μέρα».
Ωστόσο στην Ελλάδα υπάρχει μια ιδιαιτερότητα: πολλοί συνεργάτες συνέχισαν να υπηρετούν στο κράτος και μετά τον πόλεμο. «Γεννάται ένα τεράστιο ερώτημα: από τι ανθρώπινο υλικό φτιάχτηκε η μεταπολεμική Ελλάδα. Αυτό το ερώτημα μας φτάνει μέχρι το σήμερα», δηλώνει ο Μενέλαος Χαραλαμπίδης.
Ένα από τα πράγματα που επίσης τον απασχολούν είναι ο τρόπος με τον οποίο διδάσκεται η Ιστορία στο σχολείο.
Δεν θεωρεί ότι αρκεί να αλλάξει ένα βιβλίο· το πρόβλημα, όπως λέει, είναι βαθύτερο και αφορά ολόκληρη τη φιλοσοφία της διδασκαλίας. «Για να γραφτεί ένα σωστό βιβλίο Ιστορίας δεν χρειαζόμαστε μόνο ιστορικούς αλλά και παιδαγωγούς που θα μας πουν πώς θα μεταδοθεί η γνώση», εξηγεί.
Υπήρξε μάλιστα μια προσπάθεια πριν από λίγα χρόνια να αλλάξει συνολικά ο τρόπος με τον οποίο τα παιδιά έρχονται σε επαφή με το παρελθόν, μια δουλειά που τη χαρακτηρίζει εξαιρετική, αλλά τελικά δεν προχώρησε. Και αυτό, κατά τη γνώμη του, ήταν μια χαμένη ευκαιρία να δημιουργηθεί ένα μάθημα που θα καλλιεργεί περιέργεια αντί για αποστήθιση.

Η περιέργεια, άλλωστε, είναι για εκείνον το κλειδί. Την βλέπει να γεννιέται μπροστά του στους περιπάτους, ιδίως τα τελευταία χρόνια, όταν παρατήρησε κάτι που τον χαροποίησε ιδιαίτερα: ο μέσος όρος ηλικίας των συμμετεχόντων άρχισε να πέφτει. «Στην αρχή είχαμε κυρίως ανθρώπους άνω των 40. Σιγά σιγά άρχισαν να έρχονται νεότεροι, γύρω στα 30, και αυτό είναι πολύ σημαντικό» υποστηρίζει, και το θεωρεί σημαντικό διότι όσο μεγαλώνει η χρονική απόσταση από ένα γεγονός τόσο ξεθωριάζει η μνήμη του.
Αυτή η φθορά της μνήμης δεν είναι απλώς φυσική διαδικασία· δημιουργεί, όπως εξηγεί, ένα επικίνδυνο κενό. Όταν δεν γνωρίζουμε τι έχει συμβεί και όταν το σχολείο δεν μας δίνει τα εργαλεία να το κατανοήσουμε, «το τοπίο θολώνει» – και στα θολά τοπία βρίσκουν χώρο όσοι θέλουν να εκμεταλλευτούν την Ιστορία για πολιτικούς ή ιδεολογικούς λόγους. Η προπαγάνδα, τονίζει, δεν χρειάζεται να πείσει· χρειάζεται απλώς να βρει ανθρώπους που δεν έχουν εφόδια να αμφισβητήσουν.
Γι’ αυτό και θεωρεί ότι η ευθύνη δεν ανήκει μόνο στην κοινωνία αλλά και στους ίδιους τους ιστορικούς.
Η ακαδημαϊκή κοινότητα, υποστηρίζει, συχνά δεν βγήκε να συναντήσει το κοινό. Έτσι δημιουργήθηκε μια απόσταση ανάμεσα στην επιστημονική γνώση και στη δημόσια αντίληψη για το παρελθόν.
«Έχουμε φτάσει σε άλλο γαλαξία και οι άνθρωποι είναι ακόμη καθηλωμένοι στη Γη», λέει χαρακτηριστικά ο Μενέλαος Χαραλαμπίδης, εννοώντας ότι πολλά ζητήματα έχουν λυθεί εδώ και δεκαετίες στην έρευνα, αλλά στη δημόσια συζήτηση συνεχίζουν να εμφανίζονται μύθοι σαν να είναι ακόμη ανοιχτά.
Αυτή η απόσταση γίνεται ιδιαίτερα εμφανής όταν το παρελθόν αγγίζει ευαίσθητες περιόδους. «Δεν θα τσακωθούμε για έναν εμφύλιο της Αρχαιότητας», παρατηρεί, «αλλά θα τσακωθούμε για τον Εμφύλιο». Όσο πιο κοντά βρίσκεται ένα γεγονός χρονικά, τόσο περισσότερο φορτίζεται συναισθηματικά. Και το συναίσθημα, αν δεν συνοδεύεται από γνώση, γίνεται εμπόδιο κατανόησης. Για να μάθουμε, επιμένει, χρειάζεται να αφήσουμε για λίγο στην άκρη τις βεβαιότητές μας.

Στην ίδια λογική εντάσσει και τη συζήτηση γύρω από εθνικούς μύθους. Υπάρχουν, εξηγεί, αφηγήσεις που έχουν ριζώσει τόσο βαθιά στη συλλογική συνείδηση ώστε οποιαδήποτε απόκλιση από αυτές προκαλεί έντονη αντίδραση. Εντούτοις, δεν θεωρεί ότι πρέπει να διαγραφούν οι προσωπικές ή οικογενειακές αφηγήσεις· αντιθέτως, πιστεύει ότι έχουν αξία. Αλλά πρέπει να τοποθετηθούν πάνω σε μια σταθερή βάση επιστημονικής γνώσης. «Δεν σου λέω να τα πετάξεις», υποστηρίζει. «Σου λέω να βάλεις μια σωστή βάση για να δεις όλο το δάσος – και μετά να καταλάβεις τα δέντρα».
Στην πράξη, αυτό σημαίνει να μάθουμε να αμφισβητούμε. Όχι από καχυποψία αλλά από διάθεση κατανόησης.
Για τον Μενέλαο Χαραλαμπίδη, η Ιστορία δεν είναι πεδίο βεβαιοτήτων αλλά διαδικασία ερωτήσεων. Και ίσως αυτός είναι ο λόγος που στους περιπάτους επιμένει να αφήνει χώρο για διάλογο.

Το ίδιο πνεύμα διαπερνά και τις απόψεις του για τις υποδομές της ιστορικής έρευνας στην Ελλάδα. Παρά το ενδιαφέρον του κοινού, η πρόσβαση στις πηγές παραμένει δύσκολη. Τα αρχεία, όπως λέει, λειτουργούν χάρη σε υπεράνθρωπες προσπάθειες ανθρώπων που εργάζονται χωρίς επαρκή χρηματοδότηση ή στήριξη. Αναφέρει χαρακτηριστικά τα Γενικά Αρχεία του Κράτους, το ΕΛΙΑ, τα ΑΣΚΙ – φορείς που, όπως σημειώνει, δίνουν καθημερινά μάχη για να διασωθεί το υλικό της ιστορικής μνήμης.
Η έλλειψη αρχειακής κουλτούρας, κατά τη γνώμη του, είναι από τα πιο υποτιμημένα προβλήματα.
Σε πολλές χώρες θεωρείται αυτονόητο ότι τα δημόσια έγγραφα αποτελούν ιστορικό κεφάλαιο. Στην Ελλάδα όχι πάντα. «Θα μπορούσε ακόμη και στη Σχολή Δημόσιας Διοίκησης να υπάρχει μάθημα για τη σημασία των αρχείων», λέει, εξηγώντας ότι δεν είναι χρήσιμα μόνο για διοικητικούς λόγους αλλά και για την ιστορική γνώση.
Και επιστρέφει ξανά στο ίδιο σημείο: η Ιστορία είναι εργαλείο κατανόησης της πραγματικότητας. Αυτός είναι και ο λόγος που επιμένει να τη βγάζει στο δρόμο. Εκεί, ανάμεσα σε πεζοδρόμια, πολυκατοικίες και πλατείες, οι αφηγήσεις αποκτούν σώμα. Δεν είναι πια ημερομηνίες· είναι τόποι.
Όταν η κουβέντα επιστρέφει στο τι θεωρεί τελικά σημαντικότερο, δηλώνει: «Αν πάμε να προσεγγίσουμε το παρελθόν κουβαλώντας τις βεβαιότητές μας, δεν θα μάθουμε τίποτα· θα ακούσουμε τη φωνή μας σε έναν αντίλαλο», λέει.
Και τότε συνοψίζει τη σκέψη του με μια φράση που μοιάζει να εξηγεί ολόκληρη τη δουλειά του:
«Η Ιστορία δεν είναι κάτι έξω από εμάς. Είναι η ίδια μας η ζωή».
Γεωργία Βορύλλα
















