Κατά την περίοδο της γερμανικής Κατοχής, η Θεσσαλονίκη αποτέλεσε διοικητικό και στρατιωτικό κόμβο των δυνάμεων του Άξονα στη Βόρεια Ελλάδα. Στο πλαίσιο του μηχανισμού καταστολής δημιουργήθηκαν χώροι κράτησης, ανάκρισης και μεταγωγών, ανάμεσα στους οποίους ξεχώρισε το στρατόπεδο «Παύλου Μελά».
Εκεί συγκεντρώνονταν συλληφθέντες από τη Θεσσαλονίκη, την Κεντρική Μακεδονία αλλά και άλλες περιοχές, είτε ως ύποπτοι αντιστασιακής δράσης είτε ως όμηροι αντιποίνων.
Σε επιστημονική ημερίδα που πραγματοποιήθηκε την Τρίτη, παρουσιάστηκαν τα νεότερα στοιχεία από το πρόγραμμα «Στρατόπεδο συγκέντρωσης “Παύλου Μελά” – Έρευνα, Εκπαίδευση και Μνήμη», τα οποία τεκμηριώνουν με συστηματικό τρόπο τη λειτουργία του χώρου ως τόπου κράτησης, βασανισμού και εκτελέσεων.
Η εκδήλωση εντάσσεται σε ευρύτερη ερευνητική προσπάθεια χαρτογράφησης των κατοχικών δομών καταστολής στην Ελλάδα, όπου η μελέτη των τοπικών στρατοπέδων θεωρείται κρίσιμη για την κατανόηση του συνολικού συστήματος διώξεων.
Αρχειακά δεδομένα και καταγραφή κρατουμένων
Στο πλαίσιο της δεύτερης φάσης της έρευνας δημιουργήθηκαν ψηφιακές λίστες κρατουμένων με περίπου 1.500 εγγραφές χριστιανών (δείτε εδώ) και 99 εβραίων (δείτε εδώ).
Κάθε εγγραφή περιλαμβάνει –όπου είναι δυνατό– ημερομηνίες γέννησης και θανάτου, τόπο καταγωγής, ημερομηνία εισόδου και εξόδου από το στρατόπεδο και αιτία σύλληψης.
Παράλληλα, σε αρχειακές πηγές εντοπίστηκαν περίπου 800 νέα ονόματα, ανεβάζοντας τον επιβεβαιωμένο αριθμό κρατουμένων σε πάνω από 2.000.
Τα στοιχεία προέρχονται από ελληνικά αρχεία, όπως τα Γενικά Αρχεία του Κράτους σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, αλλά και από γερμανικές πηγές, οι οποίες επιτρέπουν διασταύρωση πληροφοριών.
Η στατιστική επεξεργασία δείχνει ότι η πλειονότητα των κρατουμένων ήταν άνδρες γύρω στα 30 έτη – ηλικιακή ομάδα που θεωρούνταν πιθανό δυναμικό αντιστασιακής δράσης. Η ηλικιακή αυτή στόχευση εμφανίζεται και σε άλλα στρατόπεδα κράτησης των Ναζί στην κατεχόμενη Ευρώπη.
Δομή και λειτουργία του στρατοπέδου
Το στρατόπεδο «Παύλου Μελά» δεν λειτούργησε μόνο ως χώρος εγκλεισμού αλλά και ως ενδιάμεσος σταθμός στο σύστημα μεταγωγών. Πολλοί κρατούμενοι μεταφέρονταν στη Γερμανία για καταναγκαστική εργασία, ενώ εβραίοι οδηγούνταν από εκεί σε στρατόπεδα εξόντωσης.
Η πρακτική αυτή εντάσσεται στη γενικότερη πολιτική του Γ’ Ράιχ, που χρησιμοποιούσε στρατόπεδα κράτησης ως σημεία διαλογής και διακίνησης πληθυσμών.
Στην Ελλάδα, τέτοιοι χώροι λειτουργούσαν σε αστικά κέντρα με εύκολη πρόσβαση σε σιδηροδρομικά δίκτυα – στοιχείο που διευκόλυνε τις μεταφορές προς το εξωτερικό.

Καθημερινότητα και συνθήκες κράτησης
Οι περιγραφές των συνθηκών στο στρατόπεδο συγκλίνουν σε μια εικόνα συστηματικής στέρησης.
Καταγράφονται υπερπληθυσμός, περιορισμένη πρόσβαση σε νερό, ελάχιστες υποδομές υγιεινής, κακής ποιότητας τροφή και σχεδόν ανύπαρκτη ιατρική φροντίδα.
Ο υποσιτισμός φαίνεται πως λειτουργούσε όχι μόνο ως αποτέλεσμα έλλειψης πόρων αλλά και ως συνειδητή πρακτική πειθαρχίας.
Πολύτιμη πηγή για τη ζωή στο στρατόπεδο αποτελεί το ημερολόγιο του κρατουμένου Λεωνίδα Γιασημακόπουλου, ο οποίος κατέγραψε σε 53 τετράδια την καθημερινότητα, τις ανακρίσεις και τις εκτελέσεις που πραγματοποιούνταν ακόμη και μπροστά σε άλλους κρατουμένους.
Οι 51 Πόντιοι του Κιλκίς
Στα τεκμήρια της έρευνας ξεχωρίζει η περίπτωση συλλήψεων από συγκεκριμένες περιοχές. Τον Νοέμβριο του 1943 συνελήφθησαν 185 άτομα από τα Γιαννιτσά, ενώ τον Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς καταγράφηκε η σύλληψη 51 Ποντίων από το Κιλκίς, ανάμεσά τους και ανήλικοι, μετά από ενέδρα σε γερμανικό όχημα.
Η μαζική αυτή σύλληψη εντάσσεται στο σύστημα αντιποίνων που εφαρμόστηκε από τις κατοχικές Αρχές, σύμφωνα με το οποίο οι τοπικοί πληθυσμοί θεωρούνταν συλλογικά υπεύθυνοι για ενέργειες αντιστασιακών ομάδων.
Παρόμοια περιστατικά έχουν καταγραφεί και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας, όπου οι συλλήψεις λειτουργούσαν ως μέσο εκφοβισμού και αποτροπής αντίστασης.
Διαθρησκευτική σύνθεση κρατουμένων
Η έρευνα επισημαίνει ότι το στρατόπεδο αποτέλεσε χώρο εγκλεισμού διαφορετικών θρησκευτικών ομάδων. Έχουν καταγραφεί 106 Εβραίοι κρατούμενοι από διάφορες περιοχές της Ελλάδας, οι οποίοι το 1944 μεταφέρθηκαν στο στρατόπεδο Βαρόνου Χιρς και από εκεί στο Άουσβιτς.
Ο πρώτος εγκλεισμός εβραίων στο στρατόπεδο καταγράφεται τον Σεπτέμβριο 1941 και ο τελευταίος τον Μάρτιο 1944, γεγονός που δείχνει τη συνεχή λειτουργία του ως κρίκου στο δίκτυο διώξεων.
Ποντιακά αντάρτικα τραγούδια ως ιστορική πηγή
Παράλληλα με τα αρχεία, σημαντικό υλικό προέρχεται από τον πολιτισμό της εποχής. Ανάμεσα στις πηγές που εξετάζονται είναι συλλογή 16 ποντιακών αντάρτικων τραγουδιών που τραγουδιούνταν από αγωνιστές της Αντίστασης και αργότερα του Εμφυλίου.
Τα τραγούδια αυτά χρησιμοποιούν παραδοσιακά στιχουργικά μοτίβα, προσαρμοσμένα στα γεγονότα της περιόδου, διατηρώντας τον επικό και ελεγειακό χαρακτήρα του δημοτικού τραγουδιού.
Συχνά δεν αποδίδουν με ακρίβεια ιστορικά γεγονότα, αλλά μεταφέρουν προσωπικές εμπειρίες και συναισθήματα, στοιχείο που τα καθιστά πολύτιμα τεκμήρια λαϊκής μνήμης.
Ένα από τα τραγούδια, σε στίχους Χρύσανθου Θεοδωρίδη, με τη λύρα του Γώγου Πετρίδη στην παραδοσιακή μελωδία, αναφέρεται στους μελλοθάνατους του στρατοπέδου «Παύλου Μελά» και περιγράφει τη σύλληψη, τη φυλάκιση και τη μεταφορά κρατουμένων στη Γερμανία. Έχει τίτλο «Κρουσσιά».
Επιχειρήσεις αντιποίνων στα χωριά των Κρουσίων
Στις 25 Οκτωβρίου 1941 μονάδες των SS περικύκλωσαν τα χωριά Κλειστό, Κυδωνιά και Αμπελόφυτο στα Κρούσια. Οι άνδρες συγκεντρώθηκαν και εκτελέστηκαν, ενώ στο Κλειστό αιχμάλωτοι κάηκαν ζωντανοί μέσα στην εκκλησία. Συνολικά 96 άμαχοι σκοτώθηκαν και τα χωριά καταστράφηκαν.
Η επιχείρηση αυτή αποτελεί παράδειγμα της εφαρμογής της ναζιστικής πολιτικής συλλογικών αντιποίνων, η οποία εφαρμόστηκε σε πολλές περιοχές της Ελλάδας.
Η «Διεθνής» στα ποντιακά
Ιδιαίτερη ιστορική σημασία έχει και η ποντιακή εκδοχή της «Διεθνούς»· τραγουδιόταν κατά την Επανάσταση των Μπολσεβίκων από ελληνικούς πληθυσμούς κυρίως στην περιοχή του Καυκάσου (Καρς, Βατούμ, Σοχούμ, κλπ). Μεταφέρθηκε στην Ελλάδα κύρια από τους Καρσλήδες πρόσφυγες και… ξαναζωντάνεψε στην Κατοχή.
Οι στίχοι αποδόθηκαν στα ποντιακά από τον Η. Κ. Χιώτη. Ήταν μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος Ρωσίας από το 1904 και είχε σημαντική δράση κατά την κατάληψη της Αμπχαζίας απ’ τους μπολσεβίκους.
Προσφυγική διαδρομή και αντιστασιακή δράση
Οι Πόντιοι της περιοχής Κιλκίς είχαν εγκατασταθεί εκεί μετά από εκτοπισμούς από τον Πόντο και πορείες μέσω περιοχών της Ανατολής, κατά τις οποίες πολλοί έχασαν συγγενείς από πείνα, αρρώστιες και κακουχίες.
Μετά την εγκατάστασή τους στη Μακεδονία, οι κοινότητες αυτές διατήρησαν τη γλώσσα και τα έθιμά τους.
Όταν άρχισε η Κατοχή, αρκετοί εντάχθηκαν σε αντιστασιακές ομάδες, όπως η οργάνωση «Αθανάσιος Διάκος», μία από τις πρώτες αντάρτικες ομάδες που σχηματίστηκαν το καλοκαίρι του 1941.
Εξέλιξη της έρευνας και νέες πηγές
Η επιστημονική ομάδα του προγράμματος «Στρατόπεδο συγκέντρωσης “Παύλου Μελά” – Έρευνα, Εκπαίδευση και Μνήμη» επισημαίνει ότι το έργο της συνεχίζεται και ότι στόχος είναι ο εμπλουτισμός των καταλόγων με φωτογραφικό υλικό και πρόσθετες πληροφορίες από οικογένειες κρατουμένων.
Στο πλαίσιο αυτό πραγματοποιούνται επιτόπιες έρευνες και συνεντεύξεις με απογόνους, ενώ εξετάζονται αρχεία αιτήσεων αποζημιώσεων και προφορικές μαρτυρίες.
Παράλληλα σχεδιάζεται η δημιουργία κέντρου τεκμηρίωσης στον χώρο του πρώην στρατοπέδου, ώστε να συγκεντρωθεί το υλικό που έχει εντοπιστεί και να είναι διαθέσιμο σε ερευνητές και κοινό.
















