Τη νύχτα της 4ης Φεβρουαρίου 1943, στις ακτές του Εύξεινου Πόντου, εκεί που ο χειμώνας κόβει την ανάσα και η αφρίζει μανιασμένη, γράφτηκε μια από τις πιο σκληρές σελίδες του Ανατολικού Μετώπου του Β’ Παγκοσμίου.
Η σοβιετική απόβαση στη λεγόμενη «Μικρή Γη» δεν ήταν απλώς μια επιχείρηση – ήταν μια δοκιμασία αντοχής που ανέδειξε έναν Έλληνα.
Μέσα σε εκείνη τη μάχη, ανάμεσα σε πεζοναύτες που πάτησαν πρώτοι σε εχθρική ακτή, ξεχωρίζει ένα όνομα που για εμάς έχει άλλη βαρύτητα: αυτό του Φώτη Κοτάνοφ, του Πόντιου που έφτασε να τιμηθεί ως Ήρωας της Σοβιετικής Ένωσης.
Η «Μικρή Γη» – ένα προγεφύρωμα
Η απόβαση στη «Μικρή Γη» (ρωσικά: Μαλάγια Ζεμλιά) είχε ξεκάθαρο στόχο: τη δημιουργία προγεφυρώματος για την απελευθέρωση του στρατηγικής σημασίας λιμανιού του Νοβοροσίσκ που βρισκόταν υπό γερμανική κατοχή.
Η κύρια απόβαση στον κόλπο Οζερέικα απέτυχε, όμως μια αντιπερισπαστική δύναμη περίπου 250-800 Σοβιετικών πεζοναυτών, υπό τον ταγματάρχη Τσέζαρ Κούνικοφ, κατάφερε να αποβιβαστεί στο ακρωτήρι Μισχάκο, κοντά στον οικισμό Στανίτσκα – σχεδόν δίπλα στο λιμάνι.
Αυτό το μικρό κομμάτι γης –μια λωρίδα με μήκος περίπου 3 χλμ. και βάθος γύρω στα 2,5 χλμ. στην αρχική κατάληψη– έγινε το πιο πεισματάρικο «όχι» στον εχθρό.
Οι υπερασπιστές της κράτησαν τη θέση για 225 ημέρες, κάτω από συνεχείς βομβαρδισμούς και επιθέσεις.
Η άμυνα αυτή επέτρεψε στον Κόκκινο Στρατό να διατηρήσει τον έλεγχο κρίσιμου τμήματος του κόλπου και να εμποδίσει τους Γερμανούς να αξιοποιήσουν το λιμάνι ως ασφαλές σημείο ανεφοδιασμού – μέχρι την τελική απελευθέρωση της πόλης στις 16 Σεπτεμβρίου 1943.

Η μάχη απέκτησε ιδιαίτερη φήμη στη Σοβιετική Ένωση και για έναν ακόμη λόγο: συμμετείχε ως πολιτικός επίτροπος ο μετέπειτα ηγέτης της χώρας, Λεονίντ Μπρέζνιεφ, που αργότερα έγραψε και βιβλίο για τις εμπειρίες του εκεί.
Φώτης Κοτάνοφ – από την Τσάλκα στην πρώτη γραμμή
Ο Φώτης (Φιόντορ) Κοτάνοφ γεννήθηκε το 1914 στο χωριό Νέον Χαραμπά της περιοχής Τσάλκας στη Γεωργία – τόπο εγκατάστασης Ελλήνων του Πόντου.
Μεγάλωσε σε μεγάλη, φτωχή αγροτική οικογένεια. Δούλεψε από μικρός, όπως τόσα παιδιά εκείνης της εποχής, και η ζωή του κάθε άλλο παρά ρόδινη ήταν.
Μπήκε στο στρατό εθελοντικά και, όπως αναφέρεται, ξεκίνησε από τη διμοιρία μουσικών – μια λεπτομέρεια που μοιάζει μικρή, αλλά λέει πολλά για το πώς ένας άνθρωπος μπορεί να ξεκινήσει από τα «πίσω» και να βρεθεί να γράφει ιστορία.

Σπούδασε στη Σχολή Πεζικού του Μπακού και αποφοίτησε το 1933, αναλαμβάνοντας θέσεις ευθύνης σε μονάδες αναγνώρισης. Η πορεία του τον έφερε και στην Άπω Ανατολή, όμως η καριέρα του απέκτησε ένα σημείο καμπής: το 1938 συνελήφθη με κατηγορίες περί «αντεπαναστατικής δραστηριότητας» και απομακρύνθηκε. Αργότερα αφέθηκε ελεύθερος και επανήλθε στην υπηρεσία.
Με την έναρξη του πολέμου, βρέθηκε στην πρώτη γραμμή. Το 1941 πολέμησε στην άμυνα της Σεβαστούπολης ως επικεφαλής τάγματος, σε μία από τις σκληρότερες πολιορκίες του Εύξεινου Πόντου. Τραυματίστηκε σοβαρά (διάσειση), απομακρύνθηκε για νοσηλεία, και μετά την ανάρρωση επέστρεψε – όχι για να «ξεκουραστεί», αλλά για να ξαναμπεί στις μάχες, εκεί που κρίνονταν όλα.
Η νύχτα της απόβασης
Στις 3 προς 4 Φεβρουαρίου 1943, ο Φώτης Κοτάνοφ συμμετείχε στην απόβαση στη «Μικρή Γη» ως επιτελάρχης ειδικής ομάδας εκπαιδευμένων εθελοντών, στο αποβατικό απόσπασμα του Κούνικοφ.
Οι πρώτες ώρες ήταν κόλαση: εχθρική ακτή, οχυρωμένες θέσεις, πυρά από παντού.
Η απόβαση πέτυχε. Το προγεφύρωμα κρατήθηκε. Κι έπειτα ήρθε η κρίσιμη απώλεια: ο Τσέζαρ Κούνικοφ τραυματίστηκε θανάσιμα και η διοίκηση πέρασε στον Κοτάνοφ. Από εκείνη τη στιγμή, δεν ήταν απλώς ένας ικανός αξιωματικός – ήταν ο άνθρωπος που έπρεπε να πολεμήσει μέχρις εσχάτων.
Λέγεται ότι ως το τέλος του πολέμου δεν έχασε καμία μάχη με το τάγμα του. Είτε το διαβάσεις ως κυριολεξία είτε ως συμπύκνωση της φήμης του, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο: η μονάδα του απέκτησε όνομα, κύρος, «βάρος» στο πεδίο.
Απελευθερώσεις πόλεων
Το τάγμα του Φώτη Κοτάνοφ συμμετείχε ενεργά σε επιχειρήσεις που άνοιγαν δρόμο κατά μήκος των ακτών της Αζοφικής και του Εύξεινου Πόντου, συμβάλλοντας στην απελευθέρωση πόλεων όπως η Μαριούπολη, το Νικολάγιεφ, το Οσιπένκο (σημερινό Μπερντιάνσκ) και το Ταγκανρόγκ.
Αργότερα, οι επιχειρήσεις του συνδέθηκαν με την απελευθέρωση λιμανιών-κλειδιών: της Κωνστάντζας, της Βάρνας και του Πύργου (Μπουργκάς).
Για τη δράση του τιμήθηκε με τον τίτλο «Ήρωας της Σοβιετικής Ένωσης», μαζί με υψηλές διακρίσεις.

Και στις 29 Ιουνίου 1945, συμμετείχε στην ιστορική παρέλαση νίκης στην Κόκκινη Πλατεία, επικεφαλής μικτού τάγματος ναυτών του Εύξεινου Πόντου – μια εικόνα που από μόνη της κλείνει μέσα της όλη τη διαδρομή: από ένα χωριό της Τσάλκας, στην καρδιά μιας αυτοκρατορίας που πανηγύριζε τη νίκη της.
Μετά τον πόλεμο
Μετά τον πόλεμο, ο Φώτης Κοτάνοφ ολοκλήρωσε σπουδές στην Πολεμική Ακαδημία Φρούνζε, ανέλαβε διοικητικές θέσεις και δίδαξε σε στρατιωτικά ιδρύματα. Το 1964 πέρασε στην εφεδρεία με βαθμό συνταγματάρχη.
Και έπειτα, για περίπου 20 χρόνια, εργάστηκε ως αναπληρωτής επικεφαλής σε «μυστικό» πολεμικό ινστιτούτο, στο Ινστιτούτου Τεχνικής Στρατιωτικής Μηχανικής του Λένινγκραντ – μια δεύτερη ζωή, λιγότερο λαμπερή, αλλά εξίσου πειθαρχημένη.

Το όνομά του δόθηκε σε δρόμους στο Ναβαροσίσκ, στην Καμπαρντίνκα και στην Αγία Πετρούπολη, ακόμη και σε ένα γυμνάσιο στο χωριό Ουρζούφ στο Ντονέτσκ της Ουκρανίας – αναγορεύθηκε δε επίτιμος πολίτης της Μαριούπολης, επειδή συνέβαλε στην απελευθέρωσή της. Πέθανε στις 15 Σεπτεμβρίου 1993· τάφηκε στην Αγία Πετρούπολη.
Έτσι γράφτηκε λοιπόν η ιστορία ενός Πόντιου που κουβάλησε την καταγωγή του μέσα σε έναν άλλο στρατό, σε έναν άλλο κόσμο, και βρέθηκε να διοικεί, να αντέχει, να κερδίζει.
















