Η προσφυγική μνήμη δεν ζει μόνο στα μεγάλα γεγονότα και στις επίσημες σελίδες της Ιστορίας. Ζει στις λέξεις που έμειναν όπως ειπώθηκαν, στις μικρές φράσεις που κουβαλούν έναν τόπο, στα παρατσούκλια που έγιναν ταυτότητα, στις εικόνες ενός σπιτιού με αργαλειό και μιας γιαγιάς που έκανε το σταυρό της και «δόξαζε τον Θεό».
Ο Κοσμάς Τσίναλης, συνταξιούχος εκπαιδευτικός και συγγραφέας, ποντιακής και μικρασιατικής καταγωγής, από την Άψαλο Αλμωπίας, καταγράφει μια τέτοια μικροϊστορία:
Η Μαρία Ελευθεριάδου, το γένος Παχίδου, γεννήθηκε στο Ερέν του Χατζή Οσμάν και γι’ αυτό την λέγανε και «Ερενλίσσα». Το Ερέν ήταν ένας από τους τέσσερις οικισμούς του Χατζή Οσμάν. Η λέξη Ερέν στα τουρκικά σημαίνει πλέκω.
Οι άλλοι τρεις οικισμοί ήταν το Χαπούσπουγαρ (Βρύση καρπουζιού), Γούρχαμαν (40 αλώνια) και Σαρούσου (Ξανθό νερό).
Όλοι οι οικισμοί ήταν χτισμένοι γύρω από το κεφαλοχώρι Χατζή Οσμάν και υπάγονταν στη διοίκηση της Νικομήδειας (Ισμίτ). Οι κάτοικοι των χωριών αυτών μετακινήθηκαν από την περιοχή της Ορντούς (Κοτύωρα) από το χωριό Μουζάμανα γύρω στο 1880. Η βαθύτερη καταγωγή τους ίσως να ήταν από το μεταλλείο του Ακ Ταγ Ματέν1.
Η Ερενλίσσα παντρεύτηκε στο Χατζή Οσμάν τον Ελευθεριάδη (Γουρπάσο) – και γι’ αυτό την λέγανε και Γουρπασίνα. Ήταν αδερφή της Μυροφόρας Παχίδου, γιαγιά της μάνας μου Άφρως και αγαπημένη της θεία.
Την θυμάμαι μια ήσυχη και καλόγνωμη γιαγιά να κάνει συχνά το σταυρό της και να δοξάζει τον Θεό. «’Σ σου κυρού μ’ είχαμε έναν αυλαγού, όλε τα μεϊβάδας εκεί απέσ’ έτανε!2» έλεγε με νοσταλγία για την Πατρίδα.
Την θυμάμαι ακόμη, τα βράδια που πηγαίναμε στο σπίτι τους –μικρό παιδί εγώ– να δούμε τηλεόραση με την Άφρω γιατί εμείς δεν είχαμε, να λέει με περίσσια αθωότητα και γλυκύτητα για την τιμιότητα των παλιών γυναικών! «Οχτώ παιδία εποίκα [σ.σ. 5 εν ζωή] και μίαν ο άντρας ι μ’ το τσιτσί μ’ ‘κ’ είδε !», θέλοντας να πει έτσι για το πόσο «μουτάρηδες» ήταν πλέον οι νέοι! Κι εμείς την ακούγαμε και γελούσαμε!
















