O κατά κόσμον Θεμιστοκλής Ξενοφών Κοσμίδης γεννήθηκε το 1892 σ’ ένα φτωχόσπιτο της Τραπεζούντας, τρεις μήνες αφότου πέθανε ο πατέρας του. Η φτώχεια τον χώρισε από τα αδέλφια του, που μεγάλωσαν σε ξένα χέρια, μα δεν τον εμπόδισε τα τελειώσει το Γυμνάσιο Τραπεζούντας, το περιώνυμο Φροντιστήριο, το 1910.
Τον ίδιο χρόνο φεύγει για το Αικατερινοντάρ (Κρασνοντάρ) της Ρωσίας, όπου βρίσκει θέση σε μια τράπεζα ως λογιστής. Μαθαίνει καλά τη ρωσική γλώσσα, και είναι η μόνη εποχή που ζει μαζί με τα αδέλφια και τη μητέρα του, ευτυχισμένος. Όπως γράφει όμως ο Φίλων Κτενίδης σε ένα βιογραφικό σημείωμα που δημοσιεύτηκε εν είδει επικηδείου:
«Η κακή μοίρα που τον κυνηγούσε από μικρό, τον φθόνησε. Προσβάλλεται από φυματίωσι!
»Από τη στιγμή εκείνη», συνεχίζει ο Κτενίδης, «η ζωή του μεταβάλλεται σ’ ένα ατέλειωτο μαρτύριο. Η σκέψη ότι γίνεται βάρος στους δικούς του τον βασανίζει χειρότερα κι απ’ το καμίνι και τον βήχα της καταραμένης αρρώστιας. Η μόνη ενασχόληση και παρηγοριά του είνε η μελέτη και ο πλουτισμός των γνώσεών του.

»Κάποτε μεσ’ στη δίνη των συνταρακτικών γεγονότων που γνώρισε ο ελληνισμός βρίσκεται πρόσφυξ στην Ελλάδα. Χειροτερεύει η κατάστασις της υγείας του και ξεχειλίζει το ποτήρι των βασάνων. Απελπίζεται και θέλει να θέση τέλος στα βάσανα και τη ζωή του.
»Μα η θεία Πρόνοια τον χρειάζεται ακόμη. Ο θάνατος δεν τον δέχεται. Σώζεται ως εκ θαύματος.
»[…] Μια μέρα του 1932 εξαφανίζεται από το αδελφικό σπίτι. Ύστερα από ένα χρόνο έρχεται το μεγάλο μήνυμα: Ο “κατά κόσμον” Θεμιστοκλής Ξενοφών Κοσμίδης εκάρη μοναχός και μονάζει εις την Μονήν Αγίου Διονυσίου, εις το Άγιον Όρος με το νέον του, κατά Χριστόν, όνομα ΕΥΘΥΜΙΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΑΤΗΣ».1
∴
Ο μοναχός Ευθύμιος, ένθερμος Πόντιος, έγραφε τακτικά στην Ποντιακή Εστία. Ένα από τα άρθρα του είχε τον τίτλο «Σημειώσεις περί του ποντιακού καρναβάλου», και το αναδημοσιεύουμε με αφορμή το άνοιγμα του Τριωδίου:
Εις τα τελευταία τεύχη της Ποντιακής Εστίας, οι καλοί λαογράφοι εφαίδρυναν ημάς με τας δημοσιεύσεις των ποντιακών καρναβάλων, επαναφέροντες εις τον νουν ημών τας γλυκείας παιδικάς αναμνήσεις της πατρίδος, την οποίαν πολλοί, εγκαταλείψαντες από των μαθητικών θρανίων, δεν κατηξιώθημεν να επανίδωμεν.
Χωρίς να έχωμεν να προσθέσωμέν τι εις τα καλώς περί του ποντ. καρναβάλου δημοσιευθέντα, μεταφέρομεν κατωτέρω, εκ του ανά χείρας κωδίκου, πληροφορίας τινάς σχετικάς περί του εθίμου τούτου, με τας αμφιέσεις και τας προσωπίδας, αι οποίαι λέγεται ότι επεβλήθησαν ή άλλως πώς έγιναν γνωσταί και εχρησιμοποιήθησαν εις ελληνικάς τινας χώρας, από τον καιρόν της Ενετοκρατίας.
Αι Απόκρεω ήσαν αι κυριώτεραι εορταί της Βενετίας, προσελκύουσαι πολλούς ξένους. Και είναι μεν αληθές, ότι από του παρελθόντος αιώνος υπερτερεί της Βενετίας, ως προς τας εορτάς ταύτας, η Ρώμη, κατά τον 17ον όμως και 18ον αιώνα ουδεμία πόλις του κόσμου ηδύνατο να φθάση την λαμπρότητα και την κίνησιν την βασιλεύουσαν κατά τας εορτάς ταύτας εν Βενετία· και τούτο, διότι πάντες μετημφιέζοντο –νέοι, γυναίκες, γέροντες και παιδία–, το δικαίωμα δε του φέρειν προσωπείον ήτο γενικόν και ανεγνωρισμένον εν τη πόλει ταύτη.
Η αστυνομία μάλιστα, εκτελούσα τους νόμους της πολιτείας, επροστάτευε κατά πάντα τους προσωπιδοφόρους.
Το βαθύτερον αίτιον του εθίμου της μεταμφιέσεως ήτο, ως φαίνεται, η πολυζήτητος δια τους Βενετούς ισότης, η οποία επετυγχάνετο διά του προσωπείου· το άγνωστον έφερε την ισοτιμίαν του πλουσίου και του επαίτου, δι’ αυτού ο πατρίκιος κατήρχετο μέχρι των λαϊκών τάξεων, και ο άνθρωπος του λαού ηδύνατο να υψωθή εις το επίπεδον του πατρικίου.
Η περίοδος των διασκεδάσεων ήρχιζεν από της επομένης των Χριστουγέννων και εξηκολούθει μέχρι της τελευταίας εβδομάδος της Απόκρεω. Κατά τας τελευταίας επισήμους εορτάς, εις την πλατείαν του Αγ. Μάρκου, με το πλήθος των μετημφιεσμένων, συνέρρεον πλείστοι ξένοι ως θεαταί, εν οις, κατά τον χρονογράφον, και πολλοί Έλληνες εκ των εγκατεστημένων αυτόθι, έχοντες κέντρον την Ορθόδοξον εκκλησίαν του Αγίου Γεωργίου.
Αλλά το προσωπείον δεν ήτο νέα τις επινόησις. Εγνώριζον αυτό οι Αιγύπτιοι και οι αρχαίοι Έλληνες· προσωπεία εκ χρυσού ελάσματος ανευρέθησαν εν τοις τάφοις των Μυκηνών, αποτεθέντα εις το Μουσείον των Αθηνών.
Και ο ημέτερος ποντιακός καρνάβαλος, με τας μεταμφιέσεις και τα προσωπεία, υποδυόμενος πρόσωπον ή και ζώον, με τας φωνάς και τας ζωηράς κινήσεις, μεγάλως επαυξάνοντα την ευφροσύνην και τον γέλωτα του λαού, αναμφιβόλως είναι υπόλειμμα αρχαίου (θρησκευτικού) καθαρώς ελληνικού εθίμου, της επιρροής των Ρωμαιο-Ενετικών εορτών περιορισθείσης μάλλον εις τας πλησίον της Ιταλίας κειμένας ελληνικάς χώρας, και δη τας Ιονίους νήσους.
Εις την Ζάκυνθον, ουχί προ πολλού καιρού, θα ηδύνατο να ίδη τις τας κυρίας προσωπιδοφόρους, κυκλοφορούσας ανά τας οδούς την εσπέραν και επισκεπτομένας τα καταστήματα δι’ αγοράν, ως να ευρίσκοντο εν τη Βενετία του παρελθόντος αιώνος!
Άγιον Όρος, Ιούνιος 1953
Ευθ. Διονυσιάτης (Θεμιστοκλής Ξενοφών Κοσμίδης)
Μοναχός
____
1. Η νεκρολογία του Φ. Κτενίδη δημοσιεύτηκε στο 1ο τεύχος του 7ου έτους της Ποντιακής Εστίας, τον Ιανουάριο του 1956. Ο Ευθ. Διονυσιάτης πέθανε τον Δεκ. του 1955: «Ένα πρωί –17ηΔεκεμβρίου 1955– οι αδελφοί της Μονής βρήκαν τον γέροντα Ευθύμιον πεθαμένον στο κρεββάτι του, μ’ ένα θείο χαμόγελο στα χείλη και με μια μετάλλινη εικονίτσα της Παναγίας Σουμελά στο χέρι, που την κρατούσε σφιχτά πάνω στην καρδιά του».
















