Η Κυριακίτσα Κοτζακίδη γεννήθηκε στον οικισμό του Προφήτη Ηλία, ο οποίος όφειλε την ονομασία του στην ομώνυμη εκκλησία της περιοχής. Στα επίσημα τουρκικά έγγραφα της εποχής αναφερόταν ως Ισταυράνκιοϊ, Ισταυράν, Χατχήεκαργεσί ή Χατζοκαργεσί. Βρισκόταν 12 χλμ. νοτιοδυτικά της Σινώπης και εκκλησιαστικά υπαγόταν στη μητρόπολη Αμάσειας, που είχε την έδρα της στη Σαμψούντα.
Οι κάτοικοι ήταν γηγενείς και η οικονομία του οικισμού βασιζόταν στη γεωργία, την καπνοκαλλιέργεια και την κτηνοτροφία.
Η μαρτυρία που ακολουθεί περιλαμβάνεται στο Αρχείο Προφορικής Παράδοσης του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, της μεγαλύτερης και παλαιότερης συλλογής προφορικής ιστορίας στην Ελλάδα και από τις σημαντικότερες της Ευρώπης.
≈
Η Σινώπη σηκώθηκε πριν από μας για την εξορία. Πρώτα σήκωσαν τη Σινώπη και μετά τα χωριά. Είχε πέσει κι εξανθηματικός τύφος τότε. Με τα βόδια και με τα γαϊδούρια άφησαν τα σπίτια τους οι άνθρωποι και πήγαν εξορία.
Ύστερα ήρθαν να σηκώσουν τα χωριά. Μας είπανε να ετοιμαστούμε να φύγομε και ν’ αφήσομε τα σπίτια μας. Τα σπαρτά μας ήταν στα χωράφια ακόμα. Δεν είχαμε προλάβει να θερίσομε. Εγώ ήμουνα 16 χρόνων τότε. Πήρα κι έσφαξα μερικές κότες, όπως μου είπε η μητέρα μου, και τις έβαλα σ’ ένα καζάνι να βράσουν. Είπαμε να πάρομε μαζί μας κάτι για τον δρόμο. […] Μόλις εμείς φύγαμε οι Τούρκοι κοίταζαν να αρπάξουν.
Μας φέρανε στο Τάσκοπρü και μας βάλανε σε αρμένικα σπίτια που είχαν στο μεταξύ αδειάσει. Έπεσε αρρώστια. Από την ταλαιπωρία ο κόσμος αρρώστησε. Ένα χρόνο με ενάμιση καθίσαμε στο Τάσκοπρü. Να μας αφήσουν να φύγουμε δε μας άφηναν. Δίναμε λεφτά για να γυρίσομε στα κλεφτά. Βγάλαμε το καλοκαίρι και σαν ήρθε ο χειμώνας στα κρυφά ζέψαμε ένα κάρο και φύγαμε από το Τάσκοπρü. Στον δρόμο έπεφτε πολύ χιόνι.
Φτάσαμε στο τουρκικό Τζεβιζλίκιοϊ. Από το τουρκικό αυτό χωριό για να φτάσομε στα μέρη μας έπρεπε να περάσομε από ένα καρακόλ. Έπρεπε να περάσομε νύχτα έξω από το καρακόλ για να μη μας πάρουν είδηση και μας γυρίσουν πίσω. Αφήσαμε τα ζώα και πήραμε τα πόδια μας. Πέντε-έξι μέρες μονάχα καρύδια τρώγαμε.
Φτάσαμε στο τούρκικο χωριό Ντεμιρτζίκιοϊ, που πέφτει κοντά στο δικό μας. Εκεί καθίσαμε και δεν πήγαμε στο δικό μας. Είχαμε φόβο, αφού στα κρυφά γυρίσαμε από την εξορία.
Οι Τούρκοι μάς πήρανε στα χωράφια τους να κάνομε καπνά. Μας λέγανε: «Εσείς που είστε προκομμένοι θα μας βοηθήσετε να γεμίσουν τ’ αμπάρια μας».
Δυο χρόνια καθίσαμε στο Ντεμιρτζίκιοϊ και κάναμε καπνά. Σιγά σιγά σηκώθηκαν μερικοί και πήγαν στη Σαφράμπολη και πήραν άδεια για να γυρίσομε στο χωριό μας. Φορτώσαμε τα πράγματά μας και ήρθαμε στον Προφήτη Ηλία. Χρόνος δεν γύρισε και πήραν τον αδελφό μου στρατιώτη.
Ύστερα ήρθε άλλη εξορία. Ο Γερμανός διάταξε να κάνουν εξορία τους Έλληνες. Είχαμε όμως στη Σινώπη τον Ρασίμ μπέη που αγαπούσε τους Ρωμιούς. Αυτός έδωσε διαταγή να μην πάνε εξορία οι γυναίκες. Μονάχα τους άντρες εξόρισαν. Ένα χρόνο παντρεμένη ήμουνα και είχα κι ένα παιδάκι, τον καιρό που πήραν και τον δικό μου τον άντρα εξορία. Στρατιώτη τον πήρανε και τον στείλανε εξορία. Από τότε ώσπου να ‘ρθομε στην Ελλάδα ο άντρας μου όλο εξορία ήταν. Βρήκα έναν Τούρκο, τεμπέλης ήταν και με πήρε στη δουλειά να κάνομε καπνά. Ήξερα καλά αυτή τη δουλειά, έκανα καλά δέματα. Ερχόταν γράμμα κι από τον Ιορδάνη και μάθαινα τι κάνει.
Κατέβηκα στη Σινώπη. Κατεβαίναμε στη Ρεζί και δίναμε τα καπνά. Φόβος πολύς ήταν τότε. Και είπανε να φύγομε για την Ελλάδα. Πήγα να βγάλω νουφούζι*. Χωρίς νουφούζι δεν μπορούσες να φύγεις. Κλείσαν όμως οι δρόμοι και δεν μπορούσα να φύγω. Δούλεψα πάλι στα καπνά. Συνέχεια έπαιρνα γράμμα από τον Ιορδάνη που είχε δύο χρόνια στην Αθήνα και δούλευε στην κεντρική υγειονομική αποθήκη στην Καισαριανή.
Στα 1924 ήρθε ένα βαπόρι να μας πάρει. Πήγαινε στη Σαμψούντα και από τον καιρό δεν μπορούσε να σταθεί και ήρθε στη Σινώπη. Τότε κατέβηκαν από τα χωριά και άδειασε ο τόπος από τους χριστιανούς.
Απ’ αυτό το βαπόρι μάς πέρασαν σε άλλο όταν φτάσαμε στην Πόλη. Δεν βγήκαμε καθόλου στην Κωνσταντινούπολη. Ήρθαμε κατευθείαν στον Πειραιά. Μας πήγανε καραντίνα. Μείναμε οκτώ μέχρι δεκαπέντε μέρες μέσα σε σκηνές. Πολλοί άνθρωποι πέθαναν.
Από την καραντίνα ο κόσμος σκόρπισε. Η δική μου οικογένεια ήρθε στην Καισαριανή, που ήταν ο άντρας μου.
*νουφούζι = ταυτότητα
















