Έως και 30.000 άνθρωποι ενδέχεται να σκοτώθηκαν στους δρόμους του Ιράν μόνο στις 8 και 9 Ιανουαρίου, δήλωσαν στο περιοδικό TIME δύο ανώτεροι αξιωματούχοι του ιρανικού υπουργείου Υγείας, γεγονός που υποδηλώνει μια δραματική εκτόξευση του αριθμού των νεκρών. Τόσο πολλοί ήταν οι άνθρωποι που σφαγιάστηκαν από τις ιρανικές δυνάμεις ασφαλείας εκείνο το διήμερο, ώστε το κράτος αδυνατούσε να διαχειριστεί τους νεκρούς.
Τα αποθέματα σάκων για πτώματα εξαντλήθηκαν, ανέφεραν οι αξιωματούχοι, και νταλίκες αντικατέστησαν τα ασθενοφόρα.
Ο εσωτερικός απολογισμός της κυβέρνησης για τους νεκρούς, που δεν είχε αποκαλυφθεί έως τώρα, υπερβαίνει κατά πολύ τον αριθμό των 3.117 θανάτων που ανακοινώθηκε στις 21 Ιανουαρίου από σκληροπυρηνικά στελέχη του καθεστώτος, τα οποία αναφέρονται απευθείας στον Ανώτατο Ηγέτη του Ιράν, Αλί Χαμενεΐ.
Ο αριθμός των 30.000 είναι επίσης πολύ υψηλότερος από τις καταγραφές ακτιβιστών που αποδίδουν συστηματικά ονόματα στους νεκρούς. Μέχρι το Σάββατο, η αμερικανική οργάνωση Human Rights Activists News Agency δήλωνε ότι είχε επιβεβαιώσει 5.459 θανάτους και διερευνούσε άλλους 17.031. Το TIME δεν μπόρεσε να επαληθεύσει ανεξάρτητα αυτά τα στοιχεία.

Ο αριθμός του υπουργείου Υγείας ευθυγραμμίζεται σε γενικές γραμμές με απολογισμό που συγκέντρωσαν γιατροί και διασώστες, τον οποίο επίσης μοιράστηκαν με το TIME. Αυτή η μυστική καταγραφή των θανάτων που καταγράφηκαν από νοσοκομεία ανερχόταν σε 30.304 έως την Παρασκευή, σύμφωνα με τον δρ Αμίρ Παράστα, Γερμανοϊρανό οφθαλμίατρο που συνέταξε σχετική έκθεση. Ο Παράστα δήλωσε ότι ο αριθμός αυτός δεν περιλαμβάνει θανάτους διαδηλωτών που καταγράφηκαν σε στρατιωτικά νοσοκομεία, όπου τα σώματα μεταφέρθηκαν απευθείας σε νεκροτομεία, ούτε περιστατικά σε περιοχές στις οποίες δεν έφτασε η έρευνα. Το Ανώτατο Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας του Ιράν ανέφερε ότι διαδηλώσεις πραγματοποιήθηκαν σε περίπου 4.000 σημεία σε ολόκληρη τη χώρα.
«Πλησιάζουμε την πραγματικότητα», είπε ο δρ Παράστα. «Αλλά υποθέτω ότι οι πραγματικοί αριθμοί είναι ακόμη πολύ υψηλότεροι».
Αυτό φαίνεται να υπονοείται και από τον εσωτερικό κυβερνητικό αριθμό που κάνει λόγο για περισσότερους από 30.000 νεκρούς σε δύο ημέρες. Μια σφαγή τέτοιας κλίμακας, μέσα σε 48 ώρες, ώθησε ειδικούς στις μαζικές δολοφονίες να αναζητήσουν συγκρίσεις.
«Οι περισσότερες εκρήξεις μαζικών θανάτων δεν οφείλονται σε πυροβολισμούς», δήλωσε ο Λες Ρόμπερτς, καθηγητής στο πανεπιστήμιο Columbia και ειδικός στην επιδημιολογία των βίαιων θανάτων. «Στο Χαλέπι [της Συρίας] και στη Φαλούτζα [του Ιράκ], όταν σημειώθηκαν τέτοια επίπεδα θανάτων μέσα σε λίγες ημέρες, επρόκειτο κυρίως για εκρηκτικά, με κάποια χρήση πυροβόλων όπλων».
Η μόνη παράλληλη περίπτωση που προσφέρουν διαδικτυακές βάσεις δεδομένων εντοπίζεται στο Ολοκαύτωμα.
Στα περίχωρα του Κιέβου, στις 29 και 30 Σεπτεμβρίου 1941, ναζιστικά αποσπάσματα θανάτου εκτέλεσαν με πυροβολισμούς 33.000 Ουκρανούς εβραίους σε μια χαράδρα γνωστή ως Μπάμπι Γιαρ.
Στο Ιράν τα «πεδία θανάτου» εκτείνονταν σε ολόκληρη τη χώρα, όπου από τις 28 Δεκεμβρίου εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες είχαν συγκεντρωθεί στους δρόμους, φωνάζοντας αρχικά συνθήματα για ανακούφιση από μια οικονομία σε κατάρρευση, και σύντομα ζητώντας την πτώση του ισλαμικού καθεστώτος. Κατά την πρώτη εβδομάδα, οι δυνάμεις ασφαλείας αντιμετώπισαν ορισμένες διαδηλώσεις χρησιμοποιώντας κυρίως μη θανατηφόρα μέσα, ενώ αξιωματούχοι υιοθετούσαν και συμφιλιωτική ρητορική, γεγονός που καθιστούσε αβέβαιη την αντίδραση του καθεστώτος.
Αυτό άλλαξε το διήμερο που ξεκίνησε στις 8 Ιανουαρίου.
Οι διαδηλώσεις κορυφώθηκαν, καθώς ομάδες της αντιπολίτευσης, μεταξύ των οποίων και ο Ρεζά Παχλαβί, ο εξόριστος γιος του τελευταίου σάχη του Ιράν, κάλεσαν τον κόσμο να κατέβει στους δρόμους, ενώ ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ επανέλαβε τις δεσμεύσεις του να τους προστατεύσει, αν και καμία βοήθεια δεν έφτασε.
Αυτόπτες μάρτυρες λένε ότι εκατομμύρια άνθρωποι βρίσκονταν στους δρόμους όταν οι Αρχές διέκοψαν το διαδίκτυο και κάθε άλλη επικοινωνία με τον έξω κόσμο. Ελεύθεροι σκοπευτές στις ταράτσες και φορτηγά εξοπλισμένα με βαριά πολυβόλα άνοιξαν πυρ, σύμφωνα με μαρτυρίες και πλάνα από κινητά τηλέφωνα. Την Παρασκευή 9 Ιανουαρίου, αξιωματούχος των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης προειδοποίησε από την κρατική τηλεόραση όποιον τολμήσει να βγει στους δρόμους: «αν… σας χτυπήσει μια σφαίρα, μην παραπονεθείτε».
Χρειάστηκαν μέρες για να διαρρεύσει η πραγματικότητα μέσα από το μπλακάουτ του διαδικτύου.
Εικόνες αιμόφυρτων σωμάτων άρχισαν να βγαίνουν μέσω παράνομων δορυφορικών συνδέσεων Starlink. Το έργο της καταμέτρησης των νεκρών δυσχεράνθηκε περαιτέρω, καθώς οι Αρχές είχαν επίσης διακόψει τις εσωτερικές επικοινωνίες στο Ιράν. Οι πρώτες αξιόπιστες πληροφορίες προήλθαν από γιατρό στην Τεχεράνη, ο οποίος δήλωσε στο TIME ότι μόνο έξι νοσοκομεία της πρωτεύουσας είχαν καταγράψει τουλάχιστον 217 θανάτους διαδηλωτών μετά την επίθεση της Πέμπτης. Υγειονομικοί εργαζόμενοι στο Ιράν εκτιμούσαν ότι τουλάχιστον 16.500 διαδηλωτές είχαν σκοτωθεί έως τις 10 Ιανουαρίου, σύμφωνα με προγενέστερη έκθεση του δρ Παράστα από το Μόναχο. Η ενημέρωση της Παρασκευής βασίστηκε σε εκείνη την έρευνα, είπε.
«Είμαι πραγματικά εντυπωσιασμένος από το πόσο γρήγορα συγκεντρώθηκε αυτή η δουλειά υπό εξαιρετικά περιορισμένες και επικίνδυνες συνθήκες», δήλωσε ο Πολ Μπ. Σπίγκελ, καθηγητής στη Διεθνή Σχολή Δημόσιας Υγείας του Πανεπιστημίου Johns Hopkins. Όπως και ο Ρόμπερτς, εξέφρασε επιφυλάξεις για την εξαγωγή συμπερασμάτων με βάση τα στοιχεία των νοσοκομείων.
Ο Ρόμπερτς, που έχει ταξιδέψει σε εμπόλεμες ζώνες για να μελετήσει τους θανάτους αμάχων στο Ιράκ και στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, δήλωσε: «οι 30.000 επιβεβαιωμένοι θάνατοι είναι σχεδόν σίγουρα υποεκτίμηση».
Η εμφάνιση των αριθμών του υπουργείου Υγείας φαίνεται να το επιβεβαιώνει αυτό, υπογραμμίζοντας παράλληλα το διακύβευμα τόσο για τους Ιρανούς όσο και για ένα καθεστώς που το 1979 ανήλθε στην εξουσία όταν μια κυβέρνηση βρέθηκε αντιμέτωπη με εκατομμύρια ανθρώπους που απαιτούσαν την πτώση της.
Την Παρασκευή 9 Ιανουαρίου η Σάχμπα Ραστιάν, μια νεαρή καλλιτέχνιδα κινουμένων σχεδίων, βγήκε στους δρόμους με φίλους της στο Ισφαχάν, μια πόλη στο κεντρικό Ιράν φημισμένη για την ομορφιά της. «Πριν προλάβει κανείς να αρχίσει να φωνάζει συνθήματα», είπε μια φίλη της στο TIME, «η Σάχμπα βρέθηκε σωριασμένη στο έδαφος. Η αδελφή της είδε αίμα στο χέρι της». Η Σάχμπα πέθανε στο χειρουργικό τραπέζι σε κοντινό νοσοκομείο. Ήταν 23 ετών.
«Πάντα αστειευόταν για το όμορφο όνομά της», είπε η φίλη της. «Γελούσε και έλεγε: “Σάχμπα σημαίνει κρασί, και εγώ είμαι απαγορευμένη στην Ισλαμική Δημοκρατία”».
Στην ταφή, ανέφερε η φίλη, απαγορεύτηκαν τα θρησκευτικά τελετουργικά και ο πατέρας της, Ραστιάν, φορούσε λευκά. «Συγχαρητήρια», είπε στους παρευρισκόμενους, σύμφωνα με τη φίλη. «Η κόρη μου έγινε μάρτυρας στον δρόμο προς την ελευθερία».
















