Η Κωνσταντινούπολη ζούσε τις πιο σκοτεινές ημέρες της. Για οκτώ ολόκληρα μερόνυχτα, τον Ιανουάριο του 532 μ.Χ., η πρωτεύουσα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας βυθίστηκε στο χάος, τις φλόγες και το αίμα.
Η Στάση του Νίκα δεν υπήρξε απλώς μια λαϊκή εξέγερση, αλλά αποτέλεσε τη μεγαλύτερη εσωτερική κρίση της βασιλείας του Ιουστινιανού Α’και μια στιγμή κατά την οποία ο ίδιος ο αυτοκράτορας έφτασε ένα βήμα πριν από την απώλεια του θρόνου – και ίσως της ίδιας του της ζωής.
Πώς ξεκίνησαν όλα
Οι δήμοι της Κωνσταντινούπολης, οι Βένετοι και οι Πράσινοι, είχαν ξεκινήσει ως αθλητικά σωματεία συνδεδεμένα με τις αρματοδρομίες του Ιπποδρόμου, εκεί που συγκεντρωνόταν ο απλός λαός για δημόσια συζήτηση. Ωστόσο, από τον 5ο αιώνα –και ιδιαίτερα τον 6ο– εξελίχθηκαν σε ισχυρούς πολιτικούς μηχανισμούς, εκφραστές λαϊκών αιτημάτων και συχνά ανασχετικούς παράγοντες της αυτοκρατορικής απολυταρχίας.
Ο Ιουστινιανός, με όραμα το συγκεντρωτισμό της εξουσίας και τη διοικητική αναμόρφωση της αυτοκρατορίας, επιδίωξε να περιορίσει τη δύναμή τους.
Η πολιτική του αυτή, σε συνδυασμό με τη βαριά φορολογία και τις οικονομικές μεταρρυθμίσεις του Ιωάννη του Καππαδόκη, δημιούργησε έντονη κοινωνική δυσαρέσκεια.
Από τις ιαχές στον Ιππόδρομο, στην ανοιχτή εξέγερση
Στις 11 Ιανουαρίου 532 μ.Χ., κατά τη διάρκεια αρματοδρομιών στον Ιππόδρομο, η ένταση ξέφυγε από κάθε έλεγχο. Οι Πράσινοι διαμαρτυρήθηκαν ανοιχτά στον Ιουστινιανό για διώξεις και αδικίες, ενώ ο ίδιος ο αυτοκράτορας απάντησε με ύβρεις και απειλές. Η σύλληψη και καταδίκη μελών και των δύο δήμων, που στόχευε να δείξει ουδετερότητα, είχε το αντίθετο αποτέλεσμα: Βένετοι και Πράσινοι ενώθηκαν.
Το σύνθημα «Νίκα» αντήχησε στην πόλη και η Κωνσταντινούπολη παραδόθηκε στις φλόγες.
Δημόσια κτήρια, σπίτια αξιωματούχων, φυλακές, ακόμη και ιεροί ναοί καταστράφηκαν. Η πρωτεύουσα έμοιαζε, όπως έγραψε ο Προκόπιος, με πόλη «υπό πολιορκία εχθρών».

Η Θεοδώρα αλλάζει την πορεία της Ιστορίας
Ο αυτοκράτορας, αιφνιδιασμένος από την έκταση της εξέγερσης, προχώρησε σε μεγάλες υποχωρήσεις: απέπεμψε κορυφαίους αξιωματούχους, διαπραγματεύτηκε, και ορκίστηκε αμνηστία. Όμως ήταν πλέον αργά. Το πλήθος δεν τον εμπιστευόταν πια.
Στις 18 Ιανουαρίου οι στασιαστές ανακήρυξαν αυτοκράτορα τον Υπάτιο, ανιψιό του Αναστάσιου Α’. Ο Ιουστινιανός, σε κατάσταση πανικού, ετοιμαζόταν να εγκαταλείψει την Πόλη. Πλοία περίμεναν στο λιμάνι, φορτωμένα με το αυτοκρατορικό ταμείο.
Τη στιγμή της απόλυτης κρίσης, το λόγο πήρε η αυτοκράτειρα Θεοδώρα. Με αξιοθαύμαστη ψυχραιμία και αποφασιστικότητα, αρνήθηκε τη φυγή και διατύπωσε τη φράση που έμελλε να μείνει στην Ιστορία: «ως καλόν εντάφιον η βασιλεία εστί».
Τα λόγια της αφύπνισαν τον Ιουστινιανό. Με τη βοήθεια του στρατηγού Ναρσή που διέσπασε τους στασιαστές με δωροδοκίες και του στρατηγού Βελισάριου, ο αυτοκράτορας έδωσε την τελική εντολή.
Η αιματηρή καταστολή και η σωτηρία του θρόνου
Ο στρατός εισέβαλε στον Ιππόδρομο και ακολούθησε σφαγή άνευ προηγουμένου. Χιλιάδες στασιαστές σκοτώθηκαν – οι πηγές κάνουν λόγο για περίπου 30.000 έως 35.000 νεκρούς. Ο Υπάτιος και ο αδελφός του Πομπήιος συνελήφθησαν και εκτελέστηκαν την επόμενη ημέρα. Η Στάση του Νίκα είχε τελειώσει. Ο Ιουστινιανός είχε διασωθεί, αλλά η Κωνσταντινούπολη ήταν πληγωμένη και ερειπωμένη.
Από τις στάχτες, η νέα Αγία Σοφία
Ο Ιουστινιανός φρόντισε να αποκαταστήσει γρήγορα την τάξη και την εικόνα της αυτοκρατορικής ισχύος. Απαγόρευσε προσωρινά τις αρματοδρομίες, τιμώρησε τους αντιπάλους του και ξεκίνησε ένα έργο που θα επισφράγιζε τη βασιλεία του: την ανοικοδόμηση της Αγίας Σοφίας.
Ο νέος ναός, έργο του Ισίδωρου του Μιλήσιου και του Ανθέμιου από τις Τράλλεις, εγκαινιάστηκε το 537 μ.Χ. και έγινε το αιώνιο σύμβολο της νίκης του αυτοκράτορα. Τότε, σύμφωνα με την παράδοση, ο Ιουστινιανός αναφώνησε: «Νενίκηκά σε, Σολομών!».
















