Σαν σήμερα, στις 13 Ιανουαρίου 2015, η Αγία και Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου αναγνώρισε επίσημα την αγιότητα του μοναχού Παϊσίου του Αγιορείτου, κατατάσσοντάς τον στο αγιολόγιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Η μνήμη του τιμάται κάθε χρόνο στις 12 Ιουλίου, ημέρα της κοίμησής του.
Η περίπτωσή του ξεχωρίζει όχι μόνο για την πνευματική ακτινοβολία που απέκτησε ήδη εν ζωή, αλλά και για την καταγωγή του.
Για πολλούς και πολλές αποτελεί μια από τις πλέον αναγνωρίσιμες μορφές που συνδέουν τη σύγχρονη Ορθοδοξία με τον ξεριζωμό, τη μνήμη και την επιμονή των ελληνικών κοινοτήτων της καθ’ ημάς Ανατολής.
Από τα Φάρασα της Καππαδοκίας στον ξεριζωμό
Ο Άγιος Παΐσιος γεννήθηκε ως Αρσένιος Εζνεπίδης στις 25 Ιουλίου 1924 στα Φάρασα της Καππαδοκίας, στον ιστορικό μικρασιατικό χώρο που επί αιώνες ανέθρεψε ελληνισμό, παράδοση και πνευματική ζωή.
Οι Φαρασιώτες ήταν γνωστοί για τη θρησκευτική τους ευλάβεια. Στην περιοχή ιερή φιγούρα ήταν ο Άγιος Αρσένιος ο Καππαδόκης, ο οποίος μάλιστα βάπτισε το βρέφος δίνοντάς του το όνομα «Αρσένιος» «για να αφήσει καλόγερο στο πόδι του», όπως χαρακτηριστικά είχε πει.
Η οικογένεια Εζνεπίδη, όπως και ολόκληρη η κοινότητα των Φαρασιωτών, βίωσε τον υποχρεωτικό ξεριζωμό στο πλαίσιο της υποχρεωτικής ανταλλαγής πληθυσμών του 1924. Μόλις πέντε εβδομάδες μετά τη βάπτιση, οι κάτοικοι επιβιβάστηκαν στα καραβάνια του προσφυγικού δράματος.
Η διαδρομή τους πέρασε από Πειραιά και Κέρκυρα, για να καταλήξει τελικά στην Κόνιτσα της Ηπείρου, όπου η οικογένεια ρίζωσε και ο Αρσένιος μεγάλωσε μαζί με τα εννιά αδέλφια του.
Για τους Μικρασιάτες και Πόντιους, αυτή η γραμμή ζωής παραμένει κοινή ιστορική εμπειρία.
Ο Παΐσιος έφερε αυτή τη μνήμη μέσα του σε όλη του τη ζωή, μιλώντας συχνά για τον Άγιο Αρσένιο αλλά και για την πατρίδα που άφησαν πίσω τους οι πρόσφυγες. Αυτή η σχέση έχει αποτυπωθεί στο ντοκιμαντέρ του Ελληνικού Ιδρύματος Ιστορικών Μελετών με τίτλο Φως Καππαδοκίας – η παγκόσμια πρεμιέρα έγινε τον Σεπτέμβριο του 2025 στη Θεσσαλονίκη.
Από την Κόνιτσα στο Άγιον Όρος
Ο νεαρός Αρσένιος εργάστηκε ως ξυλουργός και υπηρέτησε στο στρατό στον Εμφύλιο, ως ασυρματιστής , χαρακτηριστικό που ο ίδιος μετέτρεψε σε πνευματική εικόνα, λέγοντας πως «οι μοναχοί είναι οι ασυρματιστές του Θεού».
Το 1949 επισκέφθηκε για πρώτη φορά το Άγιον Όρος και μετά την οριστική εγκατάστασή του το 1950 ακολούθησε το κλασικό αγιορείτικο μονοπάτι: σκήτες, κελιά, απόλυτη υπακοή στον Γέροντα, διακόνημα και άσκηση. Το 1957 έλαβε το όνομα Παΐσιος, προς τιμήν του Μητροπολίτη Καισαρείας Παϊσίου Β’, επίσης Καππαδόκη.
Στη διαδρομή του πέρασε και από το Όρος Σινά, ενώ έζησε και χρόνια στην Κόνιτσα προσφέροντας φιλανθρωπικό έργο σε φτωχούς και ετερόδοξους.
Η μεγάλη πνευματική ακτινοβολία του όμως εκδηλώθηκε μετά την εγκατάστασή του στο κελί της Παναγούδας στο Άγιον Όρος, όπου τον επισκέπτονταν καθημερινά πιστοί απ’ όλη την Ελλάδα.
Παρά την αυστηρή ασκητική ζωή, ο Παΐσιος είχε έναν τρόπο ήπιο, γλυκό και βαθιά ανθρώπινο, μιλώντας στους ανθρώπους με λιτότητα και απλότητα.
Η κοίμηση και η λαϊκή ευλάβεια
Ο Άγιος Παΐσιος εκοιμήθη στις 12 Ιουλίου 1994 και ενταφιάστηκε στη Μονή Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στη Σουρωτή Θεσσαλονίκης. Από τότε ο τάφος του αποτελεί τόπο προσκυνήματος χιλιάδων πιστών.

Το πέρασμα των χρόνων όχι μόνο δεν περιόρισε, αλλά ενίσχυσε τη λαϊκή ευλάβεια· βιβλία, διδασκαλίες, προσωπικές μαρτυρίες και θρυλούμενα θαύματα δημιούργησαν ένα μεγάλο κύκλο γύρω από το όνομά του, σε σημείο ώστε πολλοί να μιλούν για το σημαντικότερο αναζωογονητικό κύμα της μοναστικής παράδοσης μετά τη δεκαετία του ’60.
Η επίσημη αγιοκατάταξή του από το Οικουμενικό Πατριαρχείο το 2015 επιβεβαίωσε μία ευλάβεια που ήδη είχε ριζώσει βαθιά στο λαϊκό σώμα.
Σήμερα ναοί που είναι αφιερωμένοι στο όνομά του υπάρχουν σε Ελλάδα και Κύπρο, ενώ το 2017 ανακηρύχθηκε προστάτης του Όπλου των Διαβιβάσεων του Ελληνικού Στρατού και το 2023 προστάτης άγιος της Ελληνορθόδοξης Αρχιεπισκοπής Αυστραλίας.
















