Κοντάκιο του Αγίου Ρωμανού του Μελωδού με ακροστιχίδα: «του ταπεινού Ρωμανού». Διαβάστε το Μέρος Α’.
Ελεύθερη απόδοση στη σύγχρονη μορφή της γλώσσας μας από τον Θεόφιλο Πουταχίδη.
ζ’. »Ήρθες εδώ στον ποταμό· γιατί, όμως, ήρθες; πες μου. Τι να ξεπλύνεις Συ εδώ; Τι αμαρτίες έχεις,
»Εσύ που ακόμα και η σύλληψη μα και η γέννησή Σου γίνανε αναμάρτητα;
»Εσύ, βεβαίως, έρχεσαι σ’ εμέ κανονικά, αλλά ο ουρανός μαζί κι η γη με βλέπουν και προσέχουν. Θα το τολμήσει άραγε; αναρωτιούνται οι δυο τους.
»Μου λες να Σε βαπτίσω, αλλ’ άγγελοι από ψηλά με παρακολουθούνε
»κι αν το τολμήσω θα το δουν και τότε θα μου πούνε: “‘Γνώθι σαυτόν’ δεν έμαθες ποτέ σου τι σημαίνει; Δεν ξέρεις άνθρωπε, άραγε, το μέχρι πού σε παίρνει;”.
»Όπως Σου είπε ο Μωυσής, έτσι κι εγώ Σού λέω: διάλεξε κάποιον άλλο
»να κάνει αυτό, Σωτήρα μου· μην απαιτείς από εμέ να κάνω αυτό το πράγμα.
»Με ξεπερνάει κατά πολύ. Φοβάμαι να το κάνω. Γι’ αυτό σ’ τα λέω όλα αυτά και Σε παρακαλάω. Πώς να τολμήσω τώρα εγώ Εσένα να βαπτίσω που είσαι
»το Φως το απρόσιτο;».
η’. Το φόβο του Προδρόμου καθώς αναγνωρίζει, Αυτός ‒που δεν υπάρχει τίποτα που δεν το προγνωρίζει‒ έτσι του αποκρίνεται:
«Έχει καλώς, Ιωάννη. Μου λες πως με φοβήθηκες· έχεις το δίκιο σου και συ και το καταλαβαίνω.
»Όμως, άσ’ τα στην άκρη τώρα αυτά, γιατί αυτό είναι σωστό κι έτσι πρέπει να γίνει: τα έργα που αποφάσισα κι είν’ ο προορισμός μου θα πρέπει να ολοκληρωθούν.
»Άσ’ τα λοιπόν πια όλ’ αυτά. Ξεπέρασε το φόβο σου και διώξε τη δειλία, και μάλιστα στα γρήγορα!
»Μου το χρωστάς και πρέπει το έργο αυτό το θεϊκό να το υπηρετήσεις, κι ετούτο το Μυστήριο τώρα να το τελέσεις.
»Κάποτε έστειλα εγώ τον Γαβριήλ και ήρθε
»και υπηρέτησε άψογα σε όλα όσα έπρεπε κατά τη γέννησή σου.
»Στείλε κι εσύ σαν άγγελο τώρα δα την παλάμη σου· γιατί, είναι το χέρι σου που πρέπει να βαπτίσει τώρα
»το Φως το απρόσιτο.
θ’. »Φοβάσαι τώρα, Βαπτιστή, κι έχεις συγκλονιστεί μ’ όσα διαδραματίζονται· τα θεωρείς σπουδαία ‒ κι είναι σπουδαία, πράγματι.
»Όμως, γιά σκέψου: έχεις δει πράγματα πιο σπουδαία. Μία γυναίκα έχεις δει που την γνωρίζεις μάλιστα ‒ είναι και συγγενής σου.
»Κοίταξε τη Μαρία· θυμήσου πώς με βάσταζε μωρό στην αγκαλιά της!
»Μπορεί, βεβαίως, να μου πεις: “το θέλησες και έγινε έτσι τότε το πράγμα”. Ε, το λοιπόν, έτσι ακριβώς: το θέλω και ας γίνει κι αυτό που τώρα σου ζητώ.
»Καθόλου μη διστάζεις να με βαπτίσεις, το λοιπόν. Τι σου ζητάω τώρα δα; Το χέρι σου, αν θέλεις, το χέρι ετούτο το δεξί για λίγο δάνεισέ μου.
»Μέσα στο νου και στην καρδιά έτσι κι αλλιώς με έχεις, και κατοικώ εγώ μέσα σου και σ’ έχω για δικό μου ψυχή ‒που λεν‒ και σώματι.
»Τι ’ναι λοιπόν μπροστά σ’ αυτό μια τόση δα παλάμη, και τόσο δυσκολεύεσαι σ’ εμέ να τη δανείσεις;
»Και μέσα σου είμαι κι έξω σου ‒ νά, εδώ μπροστά σου στέκω. Τι νόημα έχει να κοιτάς πώς να με αποφύγεις; Στάσου λοιπόν στα πόδια σου γερά, και έχε θάρρος και κράτησε στο χέρι σου τώρα
»το Φως το απρόσιτο.
ι’. »Δεν απαιτώ, ω Βαπτιστή, πράγματα από σένα που ξεπερνούν τα όρια. Ας πούμε ‒για παράδειγμα‒ δεν είναι πως σου λέω: “κάνε μου και κατήχηση και πες μου
»”όσα διδάσκεις και νουθετείς τους άνομους και τους αμαρτωλούς”.
»Να με βαπτίσεις σου ζητώ, έτσι απλά και σιωπηλά, και με την προσδοκία να δεις αυτής της βάπτισης όλα τα παρεπόμενα.
»Γιατί αν με βαπτίσεις, θα λάβεις ένα αξίωμα που άλλος κανείς δεν έλαβε,
»ούτε κι απ’ τους αγγέλους. Γιατί σκοπεύω, πράγματι, να αναδείξω εσένα ως μόνο σπουδαιότερο απ’ όλους τους προφήτες.
»Γιατί από εκείνους όλους, κανείς δεν αξιώθηκε ποτέ να μ’ αντικρίσει.
»Μονάχα μέσα σε σκιές, μ’ ενύπνια και συμβολικά σ’ εκείνους φανερώθηκα.
»Εσύ όμως με βλέπεις ‒ ο ίδιος μου έτσι θέλησα να στέκομαι μπροστά σου· να το κρατήσεις γίνεται με το ίδιο σου το χέρι τώρα
»το Φως το απρόσιτο.
ια’. »Άσ’ το να πάει αυτό που λες, κι αυτό που ακούς να πράξεις. Μη μαρτυρήσεις τίποτα για εμένα απ’ όσα ξέρεις.
»Γιατί ψηλά στον ουρανό υπήρχε και υπάρχει, και θα υπάρχει πάντοτε μάρτυρας για εμένα που είναι ο πιο έμπιστος κι αληθινός απ’ όλους.
»Ετούτος ο λαός εδώ που στέκεται μπροστά μας δύσκολα θα παραδεχτεί τη μαρτυρία που εσύ θα δώσεις για εμένα.
»Άσ’ το, λοιπόν. Θα τους διδάξει ο ουρανός κι έτσι είναι που θα μάθουνε το ποιος και τίνος γιος τυχαίνει εγώ να είμαι, και τι είναι αυτό που πρόκειται στο μέλλον να χαρίσω σ’ όσους μου είναι αγαπητοί.
»Τους ουρανούς θ’ ανοίξω, και εδώ κάτω σύντομα θα φέρω το Άγιο Πνεύμα
»και θα το δώσω σε αυτούς ως σωτηρίας εγγύηση.
»Έλα, λοιπόν, πλησίασε να μάθεις πόθεν έρχονται οι αστραπές κι οι λάμψεις που βλέπεις ν’ ακτινοβολώ κι είναι
»το Φως το απρόσιτο».
ιβ’. Τα λόγια τ’ απερίγραπτα, τα συνταρακτικά ακούει ο γιος της στείρας, κι έτσι του λόγου του απαντά σ’ Εκείνον που γεννήθηκε από παρθένο Κόρη:
«Αν συνεχίσω για να πω και κάτι παραπάνω, μη μου θυμώσεις Λυτρωτή,
»γιατί είν’ η ανάγκη που με πιέζει αφόρητα και μ’ έχει αναγκάσει να σου μιλώ πιο θαρρετά από όσο ‒ίσως‒ πρέπει.
»Γιατί λοιπόν, Σωτήρα, να μπω σ’ αυτόν τον κίνδυνο; Για να γνωρίσουνε Εσέ,
»να βάλω εγώ το χέρι μου, το ελεεινό μου χέρι, μες σε καμίνι, στη φωτιά;
»Τότε, στα χρόνια τα παλιά, άπλωσε εκείνος ο Οζά το χέρι του
»στην Κιβωτό, για να τη συγκρατήσει κι ευθύς στον τόπο έμεινε.
»Αν είναι κρατήσω εγώ την κεφαλή στα χέρια μου του ίδιου του Θεού μου, πώς θα γενεί να μην καώ; Δεν θα με κατακάψει τώρα
»το Φως το απρόσιτο;».
















