Ποιος θυμάται τη Ζωζώ Νταλμάς; Ίσως λιγότεροι απ’ όσους της αξίζουν. Και όμως, η γυναίκα που έγινε μύθος της οπερέτας, διαφημιστικό σύμβολο, πρωτοσέλιδο και αντικείμενο δημόσιου θαυμασμού –αλλά και ψιθύρων– την περίοδο του Μεσοπολέμου, επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη μέσα από μια μεγάλη έκθεση που επιχειρεί να αποκαταστήσει όχι μόνο την εικόνα της αλλά και τη θέση της στη συλλογική μνήμη.
Η ιστορία της δεν ξεκινά από τη σκηνή, αλλά από την προσφυγιά. Με το πραγματικό της όνομα, Ζωή Σταυρίδη, γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη και έζησε από νωρίς τους διωγμούς των Νεότουρκων.
Μαζί με τη μητέρα και τη γιαγιά της εγκατέλειψαν την Πόλη και κατέληξαν στη Θεσσαλονίκη. Για μια γενιά ανθρώπων, η καταφυγή στη Μακεδονία σήμαινε ένα ξεκίνημα από το μηδέν∙ για τη νεαρή Ζωή, σήμαινε ότι θα μεγαλώσει μέσα σε μια πόλη προσφύγων, καπνικών, θεατρίνων και μουσικών, διαμορφώνοντας μια ταυτότητα που δεν την ενδιέφερε να χωρέσει σε στεγανά.
Στη Θεσσαλονίκη πήρε μαθήματα τραγουδιού στο πρώτο ιδιωτικό ωδείο της πόλης, το Ωδείο Γρέκου. Παντρεύτηκε στα 14, χώρισε λίγους μήνες αργότερα – υπόθεση που τότε συζητήθηκε όσο και οι θρίαμβοι της στο θέατρο λίγα χρόνια μετά.
Η ίδια έλεγε: «Έζησα τα πάντα, έκανα τα πάντα, δεν είχα φραγμούς, ήμουν ελεύθερη». Αυτό δεν ήταν πόζα∙ ήταν περιγραφή εποχής αλλά και χαρακτήρα.

Στα 16 της εμφανίστηκε για πρώτη φορά στη σκηνή με το θίασο της Ένκελ, χορεύοντας «Χορ Χορ Αγά» στη Θεσσαλονίκη. Ο χορός της κοιλιάς προκαλεί ντόρο στο κοινό, η παρουσία της γίνεται αντιληπτή, και ο Μεσοπόλεμος της ανοίγει την πόρτα που εκείνη δεν θα φοβηθεί να περάσει.
Από τη Θεσσαλονίκη στο Μιλάνο για μαθήματα, από εκεί στην Αλεξάνδρεια για περιοδεία, και έπειτα στην Κωνσταντινούπολη και στο Παρίσι.
Η Νταλμάς ζει μια ζωή που μοιάζει να προηγείται της εποχής της, όχι γιατί δεν έχει κανόνες, αλλά γιατί αρνείται να υπακούσει στους διαθέσιμους.

Στα μέσα της δεκαετίας του ’20 έχει ήδη καθιερωθεί στην Αθήνα ως πρωταγωνίστρια του μουσικού θεάτρου. Παράλληλα συμμετέχει σε τουρκικές ταινίες της περιόδου και ταξιδεύει συχνά στην Κωνσταντινούπολη, παίζοντας με την ιδέα ότι μπορεί να είναι δημοφιλής και στις δύο πλευρές του Αιγαίου – κάτι σπάνιο για γυναίκα εκείνης της περιόδου και εξαιρετικά σπάνιο για πρόσφυγα.
Εκεί έρχεται και το κομμάτι της ιστορίας που σήμερα τροφοδοτεί μύθους.
Την εποχή εκείνη, στην Κωνσταντινούπολη, γίνεται λόγος για γνωριμία και φημολογούμενη σχέση της με τον Μουσταφά Κεμάλ. Οι μαρτυρίες δεν είναι όλες ταυτόσημες – άλλες προέρχονται από δημοσιεύματα, άλλες από συνεντεύξεις της ίδιας, άλλες από την προφορική μνήμη.
Το ενδιαφέρον όμως δεν βρίσκεται στο «αν» αλλά στο πλαίσιο: η Νταλμάς ήταν πρόσφυγας από τους διωγμούς των Νεοτούρκων, ενώ ο Μουσταφά Κεμάλ υπήρξε ο άνθρωπος που αναδιαμόρφωσε την τουρκική κρατική υπόσταση της δεκαετίας του ’20. Ορισμένοι ιστορικοί έχουν επισημάνει το παράδοξο: την εποχή που εκείνη επέστρεφε στη Θεσσαλονίκη, εκείνος έφευγε από τη Θεσσαλονίκη – την πόλη όπου είχε γεννηθεί και ανδρωθεί. Δύο πορείες αντίθετες, σχεδόν συμμετρικές. Η μία από την Πόλη στη Θεσσαλονίκη, η άλλη από τη Θεσσαλονίκη στην Πόλη.
Η διπλή αυτή γεωγραφία δεν είναι λεπτομέρεια αλλά κλειδί: εξηγεί γιατί η ιστορία της Νταλμάς δεν είναι απλώς ιστορία θεάματος αλλά ιστορία εποχής. Για τις γυναίκες του Μεσοπολέμου, η σκηνή δεν ήταν μόνο χώρος τέχνης αλλά και κοινωνικής διαφυγής. Για τους πρόσφυγες από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, η Θεσσαλονίκη ήταν τόπος ανασύνταξης.
Για όσους έζησαν την κατάρρευση της Μικρασιατικής Εκστρατείας, ο Κεμάλ ήταν είτε σύμβολο εθνικής ήττας είτε πρωταγωνιστής μιας άλλης πραγματικότητας.
Οι λεπτομέρειες της σχέσης με τον Μουσταφά Κεμάλ παραμένουν εν πολλοίς ασαφείς. Κάποιες μαρτυρίες της εποχής, δημοσιεύματα αλλά και μεταγενέστερες αφηγήσεις της ίδιας της Νταλμάς περιγράφουν συναντήσεις στην Κωνσταντινούπολη στα μέσα της δεκαετίας του ’20 και του ’30, που άλλοτε παρουσιάζονται ως ερωτικές, άλλοτε ως κοινωνικές και άλλοτε ως απλή γνωριμία μεταξύ μιας διάσημης αρτίστας του Μεσοπολέμου και ενός αρχηγού κράτους.

Υπάρχουν μαρτυρίες που περιγράφουν μια δεξίωση στην Κωνσταντινούπολη το 1933, όπου η Νταλμάς εμφανίστηκε μετά από πρόσκληση κύκλων του Μουσταφά Κεμάλ. Κατά τις ίδιες αφηγήσεις, πρώτα χόρεψε μαζί του ένα βαλς και στη συνέχεια εκείνος ζήτησε να κάνει στριπτίζ για να διασκεδάζουν οι άνδρες της συντροφιάς. Ο θρύλος λέει ότι όταν ο χορός τελείωσε, την σκέπασε με το φράκο του.
Οι παραλλαγές της ιστορίας διαφέρουν: άλλες κάνουν λόγο για 1.000 λίρες Τουρκίας δόθηκαν στο χέρι ως φιλοδώρημα ή ως ένδειξη γενναιοδωρίας, άλλες μεταφέρουν το περιστατικό ως προσβολή που η Νταλμάς φέρεται να απέκρουσε με τρόπο θεατρικό. Στις πιο διάσημες εκδοχές, η Νταλμάς λέγεται ότι αφότου το βρήκε στο κομοδίνο δίπλα στο κρεβάτι όπου ξύπνησε το επόμενο πρωί, επέστρεψε το χαρτονόμισμα, κρατώντας μόνο το πορτρέτο του Μουσταφά Κεμάλ ως «ανάμνηση» – μια λεπτομέρεια που μοιάζει περισσότερο με υλικό μεταγενέστερης μυθολογίας παρά με επαληθευμένο γεγονός.
Το στιγμιότυπο αυτό, είτε συνέβη ακριβώς έτσι είτε υπέστη την επεξεργασία της δημοσιότητας και της ίδιας της αρτίστας, συνέβαλε στη διαμόρφωση ενός αφηγήματος όπου η Νταλμάς ενσάρκωνε την εικόνα της ανεξάρτητης, απρόβλεπτης και πολιτισμικά διασυνοριακής γυναίκας του Μεσοπολέμου. Η σχέση της με τον Μουσταφά Κεμάλ κινήθηκε για δεκαετίες σε αυτό το ασαφές ενδιάμεσο: ούτε απόλυτα τεκμηριωμένη, ούτε εντελώς φανταστική.

Από το 1931 μέχρι και το 2016 που αποσύρθηκαν, το πρόσωπο της Νταλμάς κυκλοφορούσε στα πακέτα των τσιγάρων Σαντέ, και έγινε ίσως η πρώτη γυναίκα στην Ελλάδα που λειτούργησε ως branded celebrity χωρίς να το επιδιώξει συνειδητά. Η εικόνα της ταξίδευε σε περίπτερα, cafés, καπνεργοστάσια και στρατώνες. Ήταν η στιγμή που η Νταλμάς δεν ήταν πλέον μόνο ηθοποιός∙ ήταν αναφορά.
Η συνέχεια δεν ήταν γραμμική. Καταχρήσεις, οικονομικές απώλειες, επεισόδια, Κατοχή. Η άρνηση να καταδώσει συναδέλφους της είχε σαν αποτέλεσμα τον ξυλοδαρμό της που οδήγησε στο να χάσει το παιδί που κυοφορούσε.
Μετά τον πόλεμο, η διάσημη κάποτε πρωταγωνίστρια αποσύρθηκε σταδιακά. Στα τέλη της δεκαετίας του ’50 απομονώθηκε σε μικρό διαμέρισμα στους Αμπελοκήπους. Πέθανε το 1988 σε οίκο ευγηρίας, πάμφτωχη και σχεδόν ξεχασμένη.
Λίγο προτού αφήσει την τελευταία της πνοή η Πολίτισσα ντίβα επανήλθε πρόσκαιρα στην επικαιρότητα, όταν η Αλίκη Βουγιουκλάκη ζήτησε να διασκευάσει την ιστορία της για το θέατρο. Ωστόσο, το σχέδιο δεν υλοποιήθηκε επειδή ο νόμιμος κληρονόμος της, Δημήτρης Ιβάνοφ, δεν έδωσε άδεια. Η Ζωζώ είχε απαντήσει και στη Μελίνα Μερκούρη, η οποία της μετέφερε το ίδιο αίτημα, λέγοντας: «Δεν μπορείς να είσαι η Ντάλμας, αγάπη μου, υπάρχει μόνο μία».

Και όμως, ο μύθος της δεν έσβησε. Απλώς παρέμεινε ασχολίαστος. Αυτό το κενό επιχειρεί να καλύψει η έκθεση «Ποιος θυμάται τη Ζωζώ Νταλμάς», που εγκαινιάζεται στον Πολυχώρο Πολιτισμού Ισλαχανέ στη Θεσσαλονίκη.
Πρόκειται για πολυεπίπεδο αφιέρωμα, το οποίο συνδυάζει αρχειακά τεκμήρια, δημοσιεύματα, οπτικοακουστικό υλικό, φωτογραφίες, θεατρικά προγράμματα, αλλά και μια χαρτογράφηση της Θεσσαλονίκης με σημεία της ζωής και της καριέρας της.
Δίπλα σε αυτά, παρουσιάζονται 59 κοστούμια εμπνευσμένα από τη μορφή και την εποχή της, κατασκευασμένα αποκλειστικά με ανακυκλωμένα υλικά – μια σύγχρονη αναγνωστική πρόταση της θηλυκότητας και της αισθητικής του Μεσοπολέμου.
Έτσι, μια πρόσφυγας από την Πόλη που βρήκε στη Θεσσαλονίκη την ευκαιρία να φτιάξει τον εαυτό της, επιστρέφει στην πόλη που τη διαμόρφωσε, για να διεκδικήσει κάτι που στην εποχή της δεν θεωρούνταν τόσο αυτονόητο: θέση στην ιστορία.

Η έκθεση θα διαρκέσει από τις 14 Ιανουαρίου έως τις 31 Μαρτίου 2026 στο Ισλαχανέ. Για μια γυναίκα που έλεγε ότι «η ζωή δεν έχει καμία αξία όταν δεν μοιάζει με ρομάντζο», ίσως αυτό το αφιέρωμα να είναι μια μορφή δικαίωσης. Για τη Θεσσαλονίκη είναι μια επιστροφή.
















