Το Ιράν βρίσκεται αντιμέτωπο με το σοβαρότερο κύμα κοινωνικής και πολιτικής αναταραχής των τελευταίων ετών. Οι διαδηλώσεις που ξεκίνησαν στα τέλη Δεκεμβρίου από το Μεγάλο Παζάρι της Τεχεράνης με αφορμή την κατάρρευση του ριάλ και τη ραγδαία επιδείνωση των οικονομικών συνθηκών, έχουν πλέον εξαπλωθεί σε όλες τις 31 επαρχίες της χώρας.
Πρόκειται για μια πανεθνική κινητοποίηση με σαφώς πολιτικά χαρακτηριστικά, που θέτει υπό αμφισβήτηση όχι απλώς κυβερνητικές επιλογές, αλλά το ίδιο το μοντέλο διακυβέρνησης της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Ίσως και την ίδια την Ισλαμική Δημοκρατία.
Η αφετηρία ήταν οικονομική. Ο πληθωρισμός ξεπερνά το 40%, το εθνικό νόμισμα έχει χάσει μεγάλο μέρος της αξίας του, μικρές επιχειρήσεις αδυνατούν να λειτουργήσουν και η καθημερινή ζωή για εκατομμύρια Ιρανούς γίνεται όλο και πιο επισφαλής.
Ωστόσο, αυτό που μετατρέπει τις σημερινές διαδηλώσεις σε κάτι ποιοτικά διαφορετικό είναι η ταχύτατη μετάβαση από την οικονομική διαμαρτυρία στην ανοιχτή πολιτική αμφισβήτηση. Τα συνθήματα στους δρόμους στρέφονται ευθέως κατά του Ανώτατου Ηγέτη και της πολιτικής ελίτ, ενώ δεν λείπουν συνθήματα για ριζική αλλαγή.
Η απάντηση του καθεστώτος υπήρξε αναμενόμενα σκληρή. Οι δυνάμεις ασφαλείας και το Ισλαμικό Σώμα Φρουρών της Επανάστασης προχώρησαν σε μαζικές συλλήψεις, χρήση βίας και περιορισμό των επικοινωνιών. Το μπλακάουτ στο διαδίκτυο και στις διεθνείς τηλεφωνικές κλήσεις αποσκοπεί στον έλεγχο της πληροφόρησης και στον αποσυντονισμό των διαδηλωτών, επιβεβαιώνοντας ότι η ηγεσία αντιλαμβάνεται την κρίση ως υπαρξιακή απειλή και όχι ως διαχειρίσιμη κοινωνική δυσαρέσκεια.
Σε πολιτικό επίπεδο, το Ιράν βρίσκεται σε βαθύ αδιέξοδο. Η εκλογή του προέδρου Μασούντ Πεζεσκιαν το 2024 παρουσιάστηκε ως ένδειξη αλλαγής, ωστόσο στην πράξη λειτούργησε περισσότερο ως μηχανισμός εκτόνωσης παρά ως φορέας μεταρρυθμίσεων. Η πραγματική εξουσία παραμένει συγκεντρωμένη στον Ανώτατο Ηγέτη και στους μη εκλεγμένους θεσμούς, περιορίζοντας δραστικά τα περιθώρια οποιασδήποτε ουσιαστικής πολιτικής αναπροσαρμογής.
Η κοινωνία, έχοντας βιώσει επανειλημμένα «ελεγχόμενες μεταρρυθμίσεις» χωρίς αποτέλεσμα, εμφανίζεται πλέον βαθιά καχύποπτη.
Αυτό που κάνει τη σημερινή συγκυρία ιδιαίτερα κρίσιμη είναι ο συνδυασμός εσωτερικής εξάντλησης και εξωτερικού αδιεξόδου. Για πρώτη φορά εδώ και δεκαετίες, μεγάλο μέρος της ιρανικής κοινωνίας δεν πιστεύει ότι η διπλωματία μπορεί να προσφέρει διέξοδο από τις κυρώσεις και τη διεθνή απομόνωση.
Η πίεση από τις Ηνωμένες Πολιτείες, η ένταση γύρω από το πυρηνικό πρόγραμμα και η περιορισμένη στήριξη από συμμάχους όπως η Ρωσία και η Κίνα ενισχύουν το αίσθημα εγκατάλειψης στο εσωτερικό. Η οικονομική κακοδιαχείριση, σε συνδυασμό με τη στρατηγική ακαμψία, έχει μετατρέψει την κρίση σε δομική.
Πού οδηγούνται οι εξελίξεις; Τα σενάρια είναι τρία.
Το πρώτο είναι η περαιτέρω σκλήρυνση του καθεστώτος, με μεγαλύτερη εξάρτηση από την καταστολή και τον στρατιωτικό μηχανισμό.
Το δεύτερο είναι η σταδιακή αποσάθρωση της πολιτικής νομιμοποίησης μέσω επαναλαμβανόμενων κύκλων διαμαρτυρίας, που δεν οδηγούν άμεσα σε ανατροπή αλλά υπονομεύουν διαρκώς τη σταθερότητα.
Το τρίτο –και λιγότερο πιθανό με τα σημερινά δεδομένα– είναι μια ελεγχόμενη πολιτική αναπροσαρμογή, με ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις και ανακατανομή εξουσίας, προκειμένου να διασωθεί το σύστημα.
Σε κάθε περίπτωση, ένα στοιχείο είναι σαφές: οι διαδηλώσεις στο Ιράν δεν αποτελούν ένα παροδικό ξέσπασμα.
Αντικατοπτρίζουν μια βαθιά κρίση εμπιστοσύνης ανάμεσα στην κοινωνία και το κράτος. Το ερώτημα δεν είναι πλέον γιατί διαδηλώνουν οι Ιρανοί, αλλά αν και πώς το πολιτικό σύστημα μπορεί να επιβιώσει χωρίς να αλλάξει.
Στο βάθος, το πιθανότερο σενάριο είναι η κατάρρευση του καθεστώτος ιδιαιτέρως αν μια νέα ένταση του Ιράν με το Ισραήλ και τις ΗΠΑ λάβει χώρα.
















