Κοντάκιο του Αγίου Ρωμανού του Μελωδού με ακροστιχίδα: «του ταπεινού Ρωμανού».
Ελεύθερη απόδοση στη σύγχρονη μορφή της γλώσσας μας από τον Θεόφιλο Πουταχίδη.
Προοίμιο Ι
Σήμερα φανερώθηκες σ’ ολάκερο τον κόσμο
κι ήρθε το Φως Σου, Κύριε, επάνω μας και φώτισε, κι ήταν σαν να μας σφράγισε ουράνια σφραγίδα.
Εμάς ήρθε και φώτισε, εμάς που Σε υμνούμε γνωρίζοντας πολύ καλά τι εννοούμε ψέλνοντας: «Ήρθες! Μας φανερώθηκες Εσύ
»το Φως το απρόσιτο».
Προοίμιο ΙΙ
Σε είδε που στεκόσουνα στις όχθες του Ιορδάνη
και ήθελες να βαπτισθείς, Χριστέ μου, ο μέγας Πρόδρομος
και κραύγαζε ολόχαρος: «Ήρθες! Μας φανερώθηκες Εσύ
»το Φως το απρόσιτο».
Οίκοι
α’. Στη Γαλιλαία των εθνών, στου Ζαβουλών τη χώρα, σ’ αυτή τη γη του Νεφθαλείμ,
καθώς λέει κι ο προφήτης, έλαμψε το μεγάλο Φως, έλαμψε ο Χριστός.
Φάνηκε ολόφωτη αυγή σ’ αυτούς που ’ν’ στα σκοτάδια. Ξεπρόβαλε απ’ τη Βηθλεέμ και αστραποβολάει.
Ή μάλλον, ακριβέστερα, απ’ τη Μαρία ο Κύριος ανέτειλε ως Ήλιος· δικαιοσύνης Ήλιος που στέλνει τις ακτίνες Του, τις λαμπερές Του ακτίνες, στην οικουμένη ολάκερη.
Γι’ αυτό, ελάτε όλοι τώρα εδώ, του Αδάμ οι απόγονοι οι γυμνοί και καταφρονεμένοι,
Αυτόν να ενδυθούμε· να βρούμε τώρα θαλπωρή, να παρηγορηθούμε.
Ως σκέπασμα για τους γυμνούς και φως για όσους ζούνε μες στο σκοτάδι το πηχτό, ήρθες, μας φανερώθηκες Εσύ
το Φως το απρόσιτο.
β’. Δεν περιφρόνησε ο Θεός αυτόν που απογυμνώθηκε απ’ όλα του τα υπάρχοντα, ενώ ήταν στον Παράδεισο μέσα και κατοικούσε
κι απώλεσε το ένδυμα ‒την θεοΰφαντη στολή‒ που είχε και φορούσε.
Γιατί ήρθε κοντά του· κι αυτός που Τον παράκουσε ακούει θεϊκή φωνή και πάλι να τον προσκαλεί:
«Αδάμ, Αδάμ πού είσαι; Μην κρύβεσαι άλλο από εμέ. Θέλω πια να σε βλέπω
»κι ας είσαι όπως κατάντησες, πάμφτωχος, έτσι, και γυμνός. Δεν πρέπει πια να ντρέπεσαι, αφού έχω γίνει όμοιος κι εγώ τώρα μ’ εσένα!
»Μιας και δεν έγινες Θεός που τόσο επιθυμούσες,
»θέλησα κι ήρθα τώρα εγώ και πήρα σάρκα και οστά ανθρώπου σαν εσένα.
»Πλησίασέ με, το λοιπόν, για να μ’ αναγνωρίσεις, και να μπορέσεις πια να πεις: “Ήρθες! Μας φανερώθηκες Εσύ
»”το Φως το απρόσιτο”.
γ’. »Απ’ τη μεγάλη μου καρδιά που είναι γεμάτη αγάπη, λύγισα, υποχώρησα έτσι εύσπλαχνος που είμαι, και ήρθα κοντά στο πλάσμα μου,
»ανοίγοντας τα χέρια μου για να σε αγκαλιάσω.
»Να μη με ντρέπεσαι, λοιπόν! Γιατί για σένα τον γυμνό, θα γυμνωθώ, θα βαπτιστώ.
»Ήδη ο Ιορδάνης ανοίγεται μπροστά μου, ώστε να με υποδεχτεί· ιδού κι ο Ιωάννης
»που προπορεύεται μπροστά, το δρόμο μου ετοιμάζει να πορευτώ προς τα νερά, να πορευτώ και προς το νου και τις καρδιές σας τώρα».
Αυτά όλα ο Σωτήρας με τα έργα Του τα έδειξε, όχι με στείρα λόγια·
κι όπως το είπε το ’κανε, κι ήρθε κοντά στον άνθρωπο, όπως το περιέγραψε έγινε εκεί στ’ αλήθεια:
πλησίαζε στον ποταμό κι έβλεπαν όλοι κάποιον να περπατάει προς τα κει. Πλησίαζε και στον Πρόδρομο που όμως άλλα έβλεπε: ότι κοντά του ερχότανε, ότι τον προσεγγίζει τώρα
το Φως το απρόσιτο.
δ’. Ποτάμι μες στην έρημο, δροσιά μες το καμίνι, βροχούλα που επισκέφτηκε κόρη που ήταν Παρθένος,
αυτό ήταν που αντίκριζε τώρα ο Ιωάννης, καθώς θωρούσε τον Χριστό εκεί στον Ιορδάνη.
Ταράχτηκε απ’ το φόβο, όπως παλιά ο πατέρας του που τρόμαξε απ’ τον Γαβριήλ, τότε που ο Αρχάγγελος πήγε να του μιλήσει.
Μα αυτά που τώρα γίνονται, είναι πολύ σπουδαιότερα κι απ’ τα παλιά κι απ’ όλα. Γιατί τώρα προσέρχεται στον δούλο Του
ο Δεσπότης, που είν’ των Αγγέλων Κύριος, και θέλει, λέει, να βαπτιστεί.
Γι’ αυτόν το λόγο ο Βαπτιστής, τον Πλάστη αναγνωρίζοντας,
κατάλαβε και σκέφτηκε «ποιος είμαι εγώ μπρος στον Θεό;». Ριγώντας απ’ το δέος, αυτό κατόρθωσε να πει:
«Στάσου, σταμάτα Λυτρωτή, αρκεί ως εδώ που έφτασες και άλλο μη ζυγώνεις. Ξέρω καλά ποιος είσαι, είσαι
»το Φως το απρόσιτο.
ε’. »Αυτά που με προστάζεις, Σωτήρα μου, αν κάνω εγώ, πολύ θε να ψηλώσω σε εξουσία και δύναμη.
»Αλλά δεν είμαι απ’ αυτούς που τρέχουν για ν’ αρπάξουν πράγματα που είναι, προφανώς, πάνω απ’ τις δυνάμεις τους.
»Ξέρω καλά ποιος είσαι. Ούτε κι αυτό που ήσουνα δεν τ’ αγνοώ, επίσης. Απ’ την κοιλιά της μάνας μου καλά εγώ Σε γνωρίζω.
»Πώς να Σε αγνοήσω τώρα που στέκεσαι στα φανερά μπροστά μου και Σε βλέπω; Εδώ κρυμμένος ήσουνα,
»μες στην κοιλιά της μάνας Σου και Σ’ ένιωσα και σκίρτησα από χαρά απερίγραπτη.
»Λοιπόν, στάσου εκεί Σωτήρα μου και άλλο μη ζυγώνεις· τέτοιο φορτίο σαν κι αυτό στους ώμους μου μη βάζεις.
»Μου φτάνει που αξιώθηκα και να Σε δω μονάχα.
»Καλό είναι, πολύ καλό, φτάνει και περισσεύει και μόνο αν για εμένα λες πως είμαι Πρόδρομός Σου. Γιατί Εσύ είσαι το Φως, είσαι
»το Φως το απρόσιτο.
ϛ’. »Το αξίωμα του Βαπτιστή πίσω θε να σ’ το δώσω, σ’ Εσένα το παραχωρώ, αυτό είναι που Σου ζητώ. Σε Σένα πρέπει μόνο αυτό.
»Εγώ έχω ανάγκη από Εσέ να βαπτισθώ.
»Εσύ όμως τώρα έρχεσαι σ’ εμέ και προλαβαίνεις, και πρώτος τώρα μου ζητάς όσα ο ίδιος ήθελα από Σένα να ζητήσω.
»Τι άραγε μπορεί Εσύ, Φιλάνθρωπε, να θέλεις και να ζητάς απ’ άνθρωπο; Πώς σκύβεις το κεφάλι Σου
»και θες να επιθέσω το χέρι μου επάνω του; Πώς θες η κεφαλή Σου να μπει κάτω απ’ το χέρι μου; Δεν το’ χω δα συνήθειο μες στην παλάμη μου φωτιά να έχω και να κρατάω!
»Ξέρει η παλάμη του φτωχού τον πλούσιο να δανείζει;
»Γιά μήπως η αδύναμη παλάμη κατορθώνει ποτέ να ανταγωνιστεί του δυνατού το χέρι;
»Σ’ αμαρτωλούς αν χρειαστεί, τότε, ναι, χρησιμεύει. Όχι, όμως, σ’ Εσένα που είσαι
»το Φως το απρόσιτο».
















