Πωλητήριο μπήκε στο ονομαστό «Νέο Μπακάλικο», το μικρό κατάστημα ελληνικών τροφίμων στο Χίκσβιλ του Λονγκ Άιλαντ, στη Νέα Υόρκη. Από το 1987 που άνοιξε, γέμιζε τα τραπέζια των ομογενών με γεύσεις και αρώματα Ελλάδας. Από γνωστά κι επώνυμα συσκευασμένα προϊόντα, μέχρι ελληνικό ελαιόλαδο, φέτα, τραχανάδες, σαλάτες, πίτες, ελιές, κρέατα, τσουρέκια, μελομακάρονα, κουραμπιέδες, ακόμη και κόκκινα αυγά για το Πάσχα.
Οι ιδιοκτήτες του όμως, λίγο πριν συμπληρώσουν την έβδομη δεκαετία της ζωής τους, ανακοίνωσαν την πρόθεσή τους είτε να το πουλήσουν, είτε ακόμη και να το κλείσουν, καθώς αποφάσισαν πια να αποσυρθούν και τα τρία παιδιά τους έχουν ακολουθήσει διαφορετικούς επαγγελματικούς δρόμους.

Το οικονομικό τίμημα για την επιχείρηση, όχι για το ακίνητο, που είναι ενοικιαζόμενο, κυμαίνεται γύρω στα 350.000 δολάρια, όπως ανέφερε ο Γιώργος Μίγλης (George Miglis), που τη διαχειρίζεται μαζί με τη σύζυγό του, Χρυστάλλα (Chrystalla). «Ήρθε η ώρα να κατεβούμε από το καράβι και είτε να το αφήσουμε να βουλιάξει είτε να πάρει το τιμόνι κάποιος άλλος», είπε χαρακτηριστικά. Εκείνος είναι 69 ετών και εκείνη 68 κι όπως σημείωσαν, δεν έχουν καταφέρει να κάνουν κοινές διακοπές από το ταξίδι του μέλιτος, σχεδόν μισό αιώνα πριν. «Όταν βγούμε στη σύνταξη θα πάμε στην Ελλάδα και την Κύπρο. Θα κάνουμε επιτέλους ένα μεγάλο ταξίδι», ανέφερε σε ρεπορτάζ της εφημερίδας Newsday ο κ. Μίγλης.

Ωστόσο, η είδηση δεν ήχησε καλά στα αυτιά των πιστών πελατών του μπακάλικου. «Όλα αυτά τα προϊόντα έρχονται από την Ελλάδα», είπε η Μαρίνα Χιράκη (Marina Hirakis) από το Όλντ Γουέστμπερι, κρατώντας σακούλες με κέικ, σπανακόπιτες, τυρόπιτες και ελιές. «Είναι σημαντικό να κρατάμε ένα κομμάτι της ελληνικότητάς μας, ειδικά στις γιορτές. Για όλους εμάς, πατρίδα είναι η Ελλάδα».
Το «Νέο Μπακάλικο» δεν είναι το μοναδικό ελληνικό κατάστημα στο Λονγκ Άιλαντ, είναι όμως από τα παλαιότερα. Ο στενός του διάδρομος, με λίγο χώρο μπροστά από το ταμείο, δεν είναι απλώς σημείο συναλλαγών. «Πολλοί έρχονται μόνο και μόνο για να μιλήσουν τη γλώσσα», ανέφερε η Χρυστάλλα. «Νιώθουν πως βρίσκονται στην Ελλάδα».

Το κατάστημα άνοιξε το 1987, εξυπηρετώντας κυρίως έναν πληθυσμό περίπου 37.000 κατοίκων ελληνικής καταγωγής στο Λονγκ Άιλαντ. Ο Γιώργος Μίγλης, που ζούσε τότε στην Αστόρια και εργαζόταν στην εστίαση, άρχισε να δουλεύει στο κατάστημα ύστερα από παρότρυνση του ιερέα του κοντινού ελληνορθόδοξου ναού της Αγίας Τριάδας. Η Χρυστάλλα, μετανάστρια από την Κύπρο που είχε τραυματιστεί στο πόδι κατά τις συγκρούσεις με τους Τούρκους στο νησί, εργαζόταν σε βιοτεχνία ενδυμάτων στο Μανχάταν. Λίγα χρόνια αργότερα οι δυο τους κατάφεραν και αγόρασαν την επιχείρηση.

Από το 1990 έως το 2024, ο αριθμός των Ελληνοαμερικανών στο Λονγκ Άιλαντ μειώθηκε σε περίπου 33.000, ενώ στην ευρύτερη περιοχή του καταστήματος η μείωση ήταν επίσης αισθητή.
Την ίδια ώρα, πολλοί κάτοικοι νοτιοασιατικής καταγωγής εγκαταστάθηκαν στο Χίκσβιλ, ανοίγοντας δικά τους εξειδικευμένα καταστήματα. Παράλληλα, μεγάλες αλυσίδες σούπερ μάρκετ άρχισαν να προσφέρουν κατηγορίες προϊόντων παρόμοιες με εκείνες του «Νέου Μπακάλικου», συχνά σε χαμηλότερες τιμές, αν και όχι με την ίδια ελληνική προέλευση.

Το «Νέο Μπακάλικο» δεν έχει ιστοσελίδα, ούτε εναλλακτικά τυριά. Μεταξύ άλλων, πουλά λίγες, αυθεντικές ποικιλίες φέτας, κυρίως από πρόβειο και κατσικίσιο γάλα. Η φέτα «Δωδώνη» κοστίζει 32 δολάρια το κιλό, τιμή που, όπως υπογράμμισε ο κ. Μήγλης, επιβαρύνθηκε από δασμούς και την αποδυνάμωση του δολαρίου. Για μια άλλη ποικιλία, την «Αράχωβα» εξήγησε ότι «παλιότερα ερχόταν σε ξύλινα βαρέλια. Ωριμάζει σαν ουίσκι. Έξι μήνες στο βαρέλι και γίνεται πιο πικάντικη, με μια γεύση μέντας. Δίνει ωραία νοστιμιά στη σαλάτα ή στην ομελέτα».

Στην κάμψη των πωλήσεων συνέβαλαν και οι ακραίες καιρικές συνθήκες στη Μεσόγειο, που έπληξαν τη συγκομιδή ελιάς, αλλά καθοριστικός παράγοντας υπήρξε η πανδημία. «Χάσαμε πολλούς πελάτες. Φοβήθηκαν, δεν γύρισαν. Κάποιοι έφυγαν από τη ζωή», ανέφερε με λύπη ο κ. Μήγλης.
Ο πρόεδρος του ενοριακού συμβουλίου της Αγίας Τριάδας Γιώργος Πιέρη (George Pieri), χαρακτήρισε τον Γιώργο Μήγλη, «θεσμό». «Οι παλαιότερες γενιές ήρθαν, δούλεψαν σκληρά και ήθελαν τα παιδιά τους να μορφωθούν. Δεν συνεχίζουν όλοι την οικογενειακή επιχείρηση· γίνονται γιατροί, δικηγόροι», δήλωσε.

Η νεότερη γενιά Ελληνοαμερικανών εξακολουθεί να περνά από το «Νέο Μπακάλικο», κυρίως στις γιορτές για βασιλόπιτες και παραδοσιακά γλυκά προϊόντα. «Προσπαθούν να μάθουν στα παιδιά την ελληνική κουλτούρα», λέει ο κ. Μήγλης, δείχνοντας όμως πως οι αγορές είναι μικρότερες. «Λίγη σοκολάτα, λίγο χυμό, λίγα ζυμαρικά και τέλος» συμπληρώνει.
«Τέτοια αυθεντικά μαγαζιά σπανίζουν, τα χρειαζόμαστε», εκτίμησε η Ντενίζ Μίλερ (Denise Miller) από το Γκλεν Χεντ, ενώ για τον Νικ Σαράντη (Nick Sarandis) από το Χίκσβιλ, το κατάστημα είναι συνδεδεμένο με μνήμες δεκαετιών. «Η γιαγιά μου τα μαγείρευε όλα αυτά», θυμήθηκε με νοσταλγία.
Πηγές: Newsday, Εθνικός Κήρυκας
















