Η Τουρκία βρίσκεται σήμερα σε μια από τις πιο δύσκολες φάσεις της μεταψυχροπολεμικής της πορείας. Όχι επειδή απειλείται άμεσα με στρατιωτική ήττα, αλλά επειδή έχει παγιδευτεί στρατηγικά. Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ταλαντεύεται ανάμεσα σε δύο δυνάμεις που δεν επιτρέπουν πλέον ελιγμούς: την πολεμική τροχιά του Ισραήλ και το στρατηγικό λουρί των Ηνωμένων Πολιτειών, όπως έγραψε και το The Cradle.
Οι εξελίξεις από την Τεχεράνη έως τη Βηρυτό και από τη Δαμασκό έως τη Σομαλιλάνδη, δεν είναι ασύνδετες. Συνθέτουν ένα ενιαίο σχέδιο αποδόμησης κρατικών οντοτήτων και ανακατανομής ισχύος με στρατιωτικά και γεωοικονομικά εργαλεία.
Το Ισραήλ δεν περιορίζεται πλέον σε «αυτοάμυνα». Δρα ως δύναμη αναδιαμόρφωσης του περιφερειακού χάρτη, με πλήρη κάλυψη ή ανοχή από τη Δύση.
Η εικόνα ενός Ισραήλ που μπορεί να αντιμετωπίσει όλες τις απειλές που δέχεται στην περιοχή δεν είναι αληθής. Η ενδεχόμενη εξασθένιση της υποστήριξής του από τις ΗΠΑ μπορεί να το φέρει σε δύσκολη κατάσταση, ιδιαιτέρως αν η Ουάσινγκτον πουλήσει F-35 σε Σαουδική Αραβία και Τουρκία. Η στρατιωτική υπεροχή του Ισραήλ απέναντι στην Τουρκία βρίσκεται στον αέρα.
Το Ισραήλ προσπαθεί να διαμορφώσει τις προϋποθέσεις ασφάλειάς του και αυτό επιβάλλει αφοπλισμό της Χεζμπολάχ και της Χαμάς, μια ομοσπονδιακή Συρία με ενισχυμένο τον ρόλο των Κούρδων στην διοικητική δομή και αλλαγή του καθεστώτος στο Ιράν.
Οι μαζικές διαδηλώσεις στο Ιράν, με δεκάδες νεκρούς και σκληρή καταστολή, δεν είναι απλώς κοινωνική αναταραχή. Αποτελεί ένδειξη σοβαρών τριγμών του καθεστώτος που δεν είναι σίγουρο ότι πάντοτε θα τους ελέγχει. Ένας βασικός αντίπαλος του Ισραήλ πιέζεται εσωτερικά, γεγονός που μειώνει τη δυνατότητά του να στηρίξει ενεργά συμμάχους στον Λεβάντε. Όσο η Τεχεράνη αμύνεται στο εσωτερικό της, τόσο διευκολύνονται οι εξωτερικές επεμβάσεις εις βάρος της περιφερειακής ισορροπίας.
Η απαίτηση του Ισραήλ για τον αφοπλισμό της Χεζμπολάχ δεν είναι τεχνικό ζήτημα ασφαλείας. Είναι στρατηγικός στόχος: η απογύμνωση του Λιβάνου από κάθε αυτόνομη στρατιωτική ισχύ που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως αποτρεπτικός παράγοντας. Αν αυτό επιτευχθεί, το Ισραήλ θα έχει εξασφαλίσει ελευθερία κινήσεων όχι μόνο στα βόρεια σύνορά του, αλλά και στη Συρία.
Μια Συρία χωρίς αντίβαρα, χωρίς ισορροπίες και χωρίς περιφερειακούς φραγμούς, μετατρέπεται σε πεδίο ανεξέλεγκτων παρεμβάσεων. Η Τουρκία, που ήδη βρίσκεται εγκλωβισμένη εκεί, θα αναζητήσει διέξοδο αλλού για να αντισταθμίσει τις απώλειες επιρροής της.
Η Συρία είναι ο κόμβος όπου τέμνονται όλα. Το Ισραήλ επιδιώκει μια αποστρατιωτικοποιημένη, διαρκώς αποδυναμωμένη Δαμασκό. Η Τουρκία αντιθέτως θέλει βάθος, βάσεις και ελεγχόμενες ένοπλες δομές που θα λειτουργούν ως ανάχωμα στο Κουρδικό. Αυτά τα σχέδια είναι ασύμβατα.
Το κουρδικό ζήτημα παραμένει ο υπαρξιακός φόβος της Άγκυρας. Κάθε μορφή κουρδικής αυτονομίας στη Συρία λειτουργεί ως ντόμινο για την ίδια την Τουρκία. Η αμερικανική ανοχή –αν όχι στήριξη– προς τις κουρδικές δομές, σε συνδυασμό με την ισραηλινή στρατηγική αποδόμησης της Συρίας, κλείνει την παγίδα γύρω από τον Ερντογάν.
Η αναγνώριση της Σομαλιλάνδης από το Ισραήλ δεν είναι… εξωτικό επεισόδιο της αφρικανικής πολιτικής. Είναι ένα νομικοπολιτικό προηγούμενο που χτυπά καμπανάκι και στην Αθήνα. Η επιλεκτική αναγνώριση αποσχιστικών οντοτήτων, όταν αυτές εξυπηρετούν γεωπολιτικούς σχεδιασμούς, διαβρώνει τη βάση του διεθνούς δικαίου.
Το παράδοξο είναι ότι η Αθήνα από τη μια βρίσκεται σε αντίθεση με την αναγνώριση –και από πλευράς διεθνούς δικαίου και λόγω συμφέροντος–, και από την άλλη βρίσκει συμφέρουσα την εξέλιξη διότι αποδυναμώνει την γεωπολιτική επιρροή της Άγκυρας
Η Ελλάδα έχει κάθε λόγο να τηρεί επιφυλακτική στάση. Όχι από αλληλεγγύη προς την Τουρκία, αλλά επειδή τέτοιες πρακτικές ανοίγουν το δρόμο για «ευέλικτες» ερμηνείες κυριαρχίας, θαλάσσιων ζωνών και κρατικής υπόστασης. Σε έναν κόσμο όπου το ισχυρό κράτος αποφασίζει ποιος είναι «νόμιμος», οι χώρες που βασίζονται στο Δίκαιο της Θάλασσας είναι οι πρώτες που κινδυνεύουν.
Η ιστορία δείχνει ότι όταν η Τουρκία στριμώχνεται στρατηγικά, δεν αυτοπεριορίζεται. Εξάγει ένταση. Το έχουμε δει και άλλες φορές στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.
Μια Τουρκία που χάνει έδαφος στη Συρία, που βλέπει το Κουρδικό να επανέρχεται, που αντιλαμβάνεται το Ισραήλ ως ανταγωνιστή και την Ουάσινγκτον ως επιτηρητή, είναι μια Τουρκία απρόβλεπτη.
Για την Ελλάδα, αυτό σημαίνει αυξημένη επαγρύπνηση. Όχι μόνο στρατιωτική, αλλά και διπλωματική, πολιτική και στρατηγική. Η ελληνοϊσραηλινή συνεργασία είναι σημαντική, αλλά δεν μπορεί να είναι άκριτη. Το Ισραήλ κινείται με όρους ισχύος, όχι συναισθηματικών συμμαχιών. Και η Αθήνα δεν έχει την πολυτέλεια να εγκλωβιστεί σε σχέδια που αποσταθεροποιούν την περιοχή μακροπρόθεσμα. Την αποσταθεροποιούν μέχρι ποιου σημείου; Η αποσταθεροποίηση θα επηρεάσει Ελλάδα και Κύπρο;
Το εκκρεμές του Ερντογάν ταλαντεύεται όλο και πιο νευρικά. Ανάμεσα στο Τελ Αβίβ που αναδιατάσσει με τη βία και στην Ουάσινγκτον που ρυθμίζει με λουριά και όρους, η Τουρκία χάνει ελευθερία κινήσεων. Και όταν χάνει ελευθερία, αναζητά αντιπερισπασμούς.
















