Στα βάθη της Καππαδοκίας, στην ταπεινή κωμόπολη της Μωγαρισσού, γεννήθηκε ο Θεοδόσιος, μέλος μιας οικογένειας που είχε βαθιά πίστη και ευσέβεια. Οι γονείς του, ο Προαιρέσιος και η Ευλογία, άνθρωποι ενάρετοι και θεοφοβούμενοι, ανέθρεψαν το παιδί τους μέσα στην προσευχή και την αγάπη προς τον Θεό.
Από νωρίς φάνηκε πως η ψυχή του δεν χωρούσε στα συνηθισμένα μονοπάτια της ζωής. Ζώντας στα χρόνια των αυτοκρατόρων Λέοντος του Μεγάλου και Αναστασίου του Δικόρου, ο Θεοδόσιος απέρριψε συνειδητά την έγγαμη ζωή και, ακόμα νέος στην ηλικία, διάλεξε την ασκητική ζωή και της ολοκληρωτική αφιέρωσή του στον Θεό.
Η καρδιά του τον οδήγησε μακριά από την πατρίδα του, στους Αγίους Τόπους, για να προσκυνήσει εκεί όπου περπάτησε ο Χριστός. Από τα Ιεροσόλυμα πέρασε στην Αντιόχεια, όπου συνάντησε μία από τις μεγαλύτερες μορφές της ασκητικής παράδοσης, τον Συμεών τον Στυλίτη. Ο μεγάλος αυτός ασκητής διέκρινε αμέσως το πνευματικό βάθος του νέου μοναχού και όχι μόνο τον μύησε στα μυστικά της μοναχικής πολιτείας, αλλά και του προείπε πως προοριζόταν να γίνει ποιμένας πολλών ψυχών.
Στη συνέχεια ο Θεοδόσιος ασκήτεψε κοντά στον ησυχαστή Λογγίνο, έναν άνθρωπο μεγάλης πνευματικής καθαρότητας και ταπεινοφροσύνης. Μαζί του μελετούσε, προσευχόταν και σιωπούσε, μαθαίνοντας ότι η αληθινή σοφία γεννιέται μέσα στην ησυχία και τη βαθιά σχέση με τον Θεό. Η άσκηση, η εγκράτεια και η αδιάλειπτη προσευχή τον ανύψωσαν σε τέτοιο βαθμό ηθικής τελειότητας, ώστε η θεία χάρη άρχισε να ενεργεί φανερά μέσα από αυτόν.
Αποσύρθηκε σε έναν απομακρυσμένο τόπο, σε ένα λιτό ησυχαστήριο, όπου δεχόταν περαστικούς και τους μιλούσε για τον λόγο του Θεού. Χωρίς να το επιδιώξει, η φήμη της αγίας ζωής του διαδόθηκε σαν… φωτιά σε ξερόχορτο. Άνθρωποι από κάθε γωνιά της αυτοκρατορίας άρχισαν να συρρέουν κοντά του. Άλλοι ζητούσαν καθοδήγηση, άλλοι παρηγοριά, άλλοι απλώς να δουν από κοντά έναν άνθρωπο που ζούσε το Ευαγγέλιο. Γρήγορα γύρω του συγκεντρώθηκαν δεκάδες και κατόπιν εκατοντάδες μοναχοί.
Η ανάγκη για τάξη και κοινό βίο οδήγησε τον Θεοδόσιο στην ίδρυση ενός μεγάλου κοινοβιακού μοναστηριού σε ερημικό τόπο πέρα από τη Νεκρά Θάλασσα, αρκετές ώρες μακριά από τα Ιεροσόλυμα. Εκεί χτίστηκαν εκκλησία, κελιά και νοσοκομεία, γιατί η μονή δεν ήταν μόνο τόπος προσευχής, αλλά και καταφύγιο για τους πονεμένους. Ο Θεοδόσιος, ο οποίος ονομάστηκε πλέον Κοινοβιάρχης, στάθηκε για όλους πατέρας στοργικός και αδελφός προστατευτικός. Δεχόταν τον καθένα με ταπείνωση, σαν να ήταν ο ίδιος εκείνος που είχε ανάγκη τη βοήθεια.
Τις νύχτες ύψωνε τα χέρια του στον ουρανό και ικέτευε τον Θεό για ανθρώπους που λίγες ώρες πριν του ήταν εντελώς άγνωστοι.
Ο Όσιος είχε λάβει από τον Θεό και το χάρισμα των θαυμάτων. Είχε μάλιστα κατασκευάσει ο ίδιος τον τάφο του, για να θυμάται καθημερινά το τέλος της επίγειας ζωής του. Ο τάφος αυτός «εγκαινιάστηκε» όχι από τον ίδιο, αλλά από έναν άλλον ασκητή, τον Βασίλειο. Μετά το θάνατό του, ο Βασίλειος φαινόταν μόνο στον Θεοδόσιο και σε ακόμη έναν μοναχό, να στέκεται ανάμεσα στους αδελφούς και να ψάλλει μαζί τους, ήταν, όμως, αόρατος για όλους τους άλλους.
Σε άλλο θαύμα, όπως περιγράφεται, ο Θεοδόσιος άναψε σβησμένα κάρβουνα χωρίς φωτιά, σε τόπο όπου επρόκειτο να ιδρυθεί μοναστήρι, δείχνοντας ότι εκείνος που ανάβει τις ψυχές, μπορεί να ανάψει και την ύλη. Διέθετε, επίσης, και το προορατικό χάρισμα και προέβλεψε τη μεγάλη καταστροφή που θα προκαλούσε ο φοβερός σεισμός στην Αντιόχεια.
Αφού δίδαξε σε πλήθος μοναχών τον δρόμο της ασκητικής ζωής και έγινε στήριγμα για αμέτρητους ανθρώπους, ο Όσιος Θεοδόσιος εκοιμήθη ειρηνικά στα βαθιά του γεράματα, το 529 μ.Χ. Η είδηση της κοιμήσεώς του διαδόθηκε με αστραπιαία ταχύτητα. Λαϊκοί, κληρικοί, μοναχοί και επίσκοποι έσπευσαν να προσκυνήσουν το ιερό του λείψανο. Ακόμη και ο πατριάρχης Ιεροσολύμων βρέθηκε εκεί συγκινημένος για να ασπαστεί τον Άγιο και να παραστεί στην εξόδιο ακολουθία, η οποία τελέστηκε στο σεπτό Αποστολείο του Αγίου Αποστόλου Πέτρου, κοντά στην Αγία Σοφία.
Έτσι ολοκληρώθηκε η επίγεια πορεία ενός ανθρώπου που ξεκίνησε μόνος στην έρημο και κατέληξε να γίνει πνευματικός πατέρας χιλιάδων πιστών, αφήνοντας πίσω του όχι μόνο μοναστήρια και θαύματα, αλλά κυρίως ζωντανό παράδειγμα πίστης, ταπείνωσης και αγάπης.
















