Στο «Λεξιλόγιον Κοτυώρων» που δημοσίευε η Ευφροσύνη Σιδηροπούλου στο ανεκτίμητο Αρχείον Πόντου (η συγκεκριμένη λέξη βρίσκεται στον 2ο τόμο, 1929), τα πράγματα είναι απλά. Ο αλεπός είναι ξεκάθαρα η αλεπού:
• Aλεπός (ο), αλώπηξ: «ο αλεπό εφούρκ’σε τα πουλλία μ’» (η αλεπού έπνιξε τα κοτόπουλά μου). • Λογοπαικτική φράσις: «πώς; – αμόν αλεπός» (εις την ερώτησιν «πώς;» δίδεται η απάντησις «σαν αλεπός»).
Το μπλέξιμο αρχίζει σε άλλα ιδιώματα, όπως τα παραθέτει ο Άνθιμος Παπαδόπουλος στο Ιστορικόν λεξικόν της ποντικής διαλέκτου, όπου πέρα από τα προφανή (πανούργος κ.ο.κ.), βλέπουμε και μαθαίνουμε τα εξής:
«Εις την συνθηματικήν γλώσσαν, πας Μουσουλμάνος • Αγγελιοφόρος αναγγέλλων εις την οικογένειαν της νύμφης ότι προσέρχεται η γαμήλιος πομπή προς παραλαβήν αυτής», αλλά και:
«Ο υπόγειος οχετός του υδρομύλου, όθεν εκρέει το κινούν τον τροχόν ύδωρ»!
















