Ο Στυλιανός Γαντζίδης γεννήθηκε στον οικισμό Κάτω Πελέν ή Τσιρμίς Πελέν. Εκκλησιαστικά υπαγόταν στη μητρόπολη Χαλδίας και Χερροιάνων. Στην περιοχή Πελέν κατοικούσαν 496 άτομα και οι περισσότεροι κατάγονταν από την περιοχή της Αργυρούπολης και μιλούσαν ποντιακά.
Στον οικισμό υπήρχε ναός του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου και πλήρες δημοτικό σχολείο με έναν δάσκαλο. Παρ’ ότι η γεωργία και η κτηνοτροφία ήταν ιδιαίτερα αναπτυγμένες στην περιοχή, πολλοί κάτοικοι ξενιτεύονταν στη Ρωσία εξαιτίας της αδυναμίας να εμπορευτούν τα προϊόντα τους. Εμπορικές σχέσεις είχαν μόνο με τον οικισμό της Γάρατζας.≤
Η μαρτυρία που ακολουθεί περιλαμβάνεται στο Αρχείο Προφορικής Παράδοσης του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, της μεγαλύτερης και παλαιότερης συλλογής προφορικής ιστορίας στην Ελλάδα και από τις σημαντικότερες της Ευρώπης.
≈
Τρεις φορές άδειασε το χωριό μας. Την πρώτη φορά ήταν το 1916. Τότε οι Ρώσοι είχαν καταλάβει τη μισή Σερίανα. Τους κατοίκους των χωριών που δεν είχαν κυριευτεί απ’ αυτούς, οι Τούρκοι τούς εξόρισαν στα βάθη της Ανατολής. Έτσι εξόρισαν και το δικό μας χωριό στην Τοκάτη. Μείναμε εκεί δυο χρόνια. Το 1918, με την ανακωχή, γυρίσαμε στο χωριό. Είχε πια καταστραφεί, τα σπίτια ήταν ρημαγμένα. Αλλά και των Τούρκων τα χάλια δεν ήταν καλύτερα. Με τον πόλεμο των Ρώσων είχαν καταστραφεί κι αυτοί. Είχαν φύγει απ’ τα χωριά τους. Βλέποντας τους Ρώσους να έρχονται, όπου φύγει-φύγει. Φοβόνταν τους Αρμένηδες στρατιώτες του ρωσικού στρατού. Είχε διαδοθεί ότι είναι στην μπροστινή γραμμή και ότι σκοτώνουν τους Τούρκους για αντίποινα των σφαγών των συμπατριωτών τους. Όλος ο νομός Τραπεζούντος και Ερζερούμ είχε αδειάσει. Έφευγαν οι Τούρκοι προς την Τοκάτη και την Άγκυρα.
Το 1921 μάζεψαν οι Τούρκοι όλους τους νέους της Σερίανας και μας εξόρισαν πάλι, στο Ερζιγκιάν αυτή τη φορά. Απ’ το χωριό μας ήμασταν κάπου δεκαπέντε-είκοσι παιδιά. Κατά τις αρχές του 1922 αποδράσαμε και ήρθαμε στο χωριό μας, όπου κρυβόμασταν.
Στις αρχές του Νοεμβρίου του 1922 ήρθε ειδοποίηση από την υποδιοίκηση από τη Γάρατζα. Έστειλε ο καϊμακάμης τζανdαρμάδες στα χωριά μας και είπε ότι θα γίνει «μουμπαντελέ», δηλαδή Ανταλλαγή. Ότι όσοι Ρωμαίοι θέλουν, μπορούν να φύγουν, να πάνε στην Ελλάδα. Να πουλήσουν ό,τι έχουν από την κινητή τους περιουσία και να ετοιμαστούν να φύγουν.
Ακόμα δεν ήταν υποχρεωτικό να φύγουμε. Μπορούσαμε να μείνουμε, αν θέλαμε, ακόμα ένα χρόνο, όπως έμειναν οι Αργυρουπολίτες και οι Τραπεζούντιοι. Αλλά ποιος μας έπιανε εμάς! Τα σπίτια μας είχαν ερημωθεί. Από τις σαρανταπέντε οικογένειες που είχε το χωριό μας, είχαμε απομείνει δεκαπέντε οικογένειες. Άλλοι είχαν φύγει στη Ρωσία, άλλοι είχαν εξολοθρευτεί από τις κακουχίες της εξορίας. Τι χαρά ήταν αυτή που πήραμε! Ακόμα την αισθάνομαι. Άνοιξε η πόρτα του παραδείσου, είπαμε, θα φύγουμε απ’ αυτά τα θηρία, θα πάμε στην πατρίδα μας την Ελλάδα.
Μόλις έμαθα ότι θα γίνει Ανταλλαγή, φανερώθηκα, όπως και οι άλλοι νέοι που το είχαμε σκάσει από την εξορία και είχαμε κρυφτεί στο χωριό. Πουλήσαμε μισοτιμής τα ζώα μας, τα πράγματά μας στους Τούρκους των γύρω χωριών. Μερικά είδη τα χαρίσαμε γιατί δεν τα παίρνανε. Δεν είχαν λεφτά, ήταν κι αυτοί καταστραμμένοι. Καταγραφή της ακίνητης περιουσίας μας, τίποτε δεν έγινε. Έτσι τ’ αφήσαμε τα χτήματά μας και φύγαμε.
Μέσα Νοεμβρίου του 1922 φύγαμε απ’ το χωριό μας.
Η γυναίκα μου φορτώθηκε το κοριτσάκι μας που ήταν έξι μηνών στην πλάτη της και το κουκούλωσε με πάπλωμα. Αλλιώς θα πέθαινε από το κρύο. Παντού ήταν χιόνι.
Πήραμε μαζί μας λίγα σκεπάσματα και λίγα τρόφιμα, τα φορτωθήκαμε στην πλάτη μας και βγήκαμε στον δρόμο. Μέσα απ’ τα χιόνια, απ’ τις λάσπες, θα πηγαίναμε τόσες ώρες δρόμο, πεζή ως την Τραπεζούντα…
Πήγαμε προς την Κάτω Ταρσό. Οι Τούρκοι των γύρω χωριών μάς λυπόνταν που φεύγαμε, έκλαιγαν. Από την Κάτω Ταρσό δεν είχαν φύγει ακόμα όλοι. Μείναμε στα σπίτια τους δυο μέρες γιατί είχε πολλά χιόνια στον δρόμο. Απ’ εκεί ανεβήκαμε στο Γκιαούρ Νταγού. Από ένα μονοπάτι στα πλάγια του βουνού, περάσαμε στην Άρdασα. Το μονοπάτι ήταν πατημένο, τα χιόνια είχαν λασπώσει, είχαν περάσει κι άλλα χωριά της Σερίανας πριν από μας. Το βράδυ κοιμηθήκαμε στα χάνια στην Άρdασα. Ήμασταν βρεμένοι απ’ τα χιόνια, τουρτουρίζαμε, τα μωρά κλαίγανε.
Την άλλη μέρα το πρωί, βγήκαμε πάλι στο δρόμο. Περάσαμε ένα μεγάλο βουνό τη Ζύγανα. Στο δρόμο βλέπαμε Τούρκους που μας κοροϊδεύανε. Έλεγαν: -«Εγί γκüν dιρ μπούκουν»*. Ήταν όλα χιονισμένα. Δε μπορούσαν όμως να μας πειράξουν γιατί είχαμε συνοδούς τζανdαρμάδες που φροντίζανε για την ασφάλειά μας. Με τα πόδια έρχονταν κι αυτοί. Σε κάθε υποδιοίκηση παράδιναν βάρδια. Το βουνό Ζύγανα το ανεβαίναμε με δυσκολία.
Ήταν ανήφορος και όλο γλιστρούσαμε από τα χιόνια. Πάνω στο δρόμο μας βρήκαμε ένα κοπάδι πρόβατα· τα πήγαιναν από το Ερζερούμ στην Τραπεζούντα για σφαγή. Ήταν κάτι πρόβατα με παχιές φαρδιές ουρές. Κρατηθήκαμε από τις ουρές των προβάτων για να γλιστρήσομε και έτσι περάσαμε το βουνό.
Το βράδυ διανυκτερέψαμε στα χάνια του Χαμσίκιοϊ. Κατέβηκαν από τα γύρω χωριά και μας έφεραν ψωμιά και τρόφιμα. Μας έλεγαν ανεφορέτοι, γιατί κατεβαίναμε από ψηλά, από ανήφορο. Αυτοί έφυγαν αργότερα από μας, με την Ανταλλαγή. Μας έλεγαν να μη βιαζόμαστε, έχουμε καιρό ακόμα για την Ανταλλαγή.
Την άλλη μέρα το πρωί βγήκαμε στο δρόμο. Το βράδυ μείναμε στα χάνια στο Τζεβιζλίκ που είναι καϊμακαμλίκι. Ήταν εκεί ο τελευταίος σταθμός μας. Μόλις ξημέρωσε τραβήξαμε για την Τραπεζούντα. Κάναμε έξι ώρες δρόμο ως εκεί. Είχαν γεμίσει όλες οι εκκλησίες, τα σχολεία από πρόσφυγες. Μόλις φτάσαμε εκεί – αχ ν’ αγιάσει η ψυχή του – ο Χατζηπαναγιωτίδης φρόντισε να μας τακτοποιήσει σε σχολεία. Δεν ξέρω τι δουλειά έκανε και πως ήταν το μικρό του όνομα. Ήταν στην Επιτροπή. Μια βδομάδα μείναμε στην Τραπεζούντα.
Στην Τραπεζούντα, την ώρα που μπαίναμε στις βάρκες για να πάμε στο πλοίο, μας έκαναν σωματική έρευνα. Ό,τι χρυσαφικά είχαμε τα κρατήσανε. Μόνο παγκανότες επιτρέπανε να πάρουμε μαζί μας. Ύστερα μπήκαμε στις βάρκες. Ο ναύλος του βαρκάρη για το κάθε άτομο ήταν μια παγκανότα, αυτός ζητούσε δέκα. Του λέμε: -«Γιατί ζητάς δέκα παγκανότες αφού το σωστό είναι μία;» Μας απαντάει: -«Πού θα βρούμε άλλη φορά τέτοια ευκαιρία;». Μας περιφέρανε οι βαρκάρηδες στο πέλαγος και δε μας πλησιάζανε στο πλοίο, ώσπου να αποσπάσουνε εκβιαστικά αυτά που ζητούσανε.
Το πλοίο ήταν τούρκικο και το λέγανε «Γκιουλτζεμάλ». Ήταν παραφορτωμένο, είχε δύο χιλιάδες κόσμο. Όλοι ήταν Πόντιοι: από τη Σερίανα, από το Κελκέτ, από την Αργυρούπολη.
Πιάσαμε στην Κερασούντα. Εκεί ανέβηκαν οι Τσετέδες του Τοπάλ Οσμάν και ήθελαν να μας ληστέψουν. Ήταν οπλισμένοι· φοβηθήκαμε. Μόλις τους πήρε είδηση ο καπετάνιος τούς διέταξε να φύγουν. Αυτοί δεν έφευγαν, επέμεναν να μείνουν. Ο καπετάνιος τούς είπε ότι αυτός κυβερνάει το πλοίο κι έχει ευθύνη για την τιμή και την περιουσία των επιβατών. Τους έδιωξε με το ζόρι. Ήταν καλός άνθρωπος ο καπετάνιος· μας φέρθηκε καλά ως την Πόλη, όσο διάρκεσε το ταξίδι μας με το πλοίο του, είκοσι τέσσερες ώρες.
Στην Πόλη μείναμε δυο μέρες· δεν βγήκαμε έξω από το πλοίο, δε μας το επέτρεψαν. Πλεύρισε το ελληνικό πλοίο «Χίος» δίπλα μας και περάσαμε όλοι εκεί. Ανέβηκε και επιτροπή του Ερυθρού Σταυρού και μας μοίρασε ελιές και ψωμί. Ήταν καρβουνοβάπορο, πολύ αργό καράβι. Έκοβε έξι μίλια την ώρα. Ταλαιπωρηθήκαμε.
Δεν πιάσαμε στον Πειραιά· περάσαμε τον Ισθμό Κορίνθου, πήγαμε κατευθείαν στην Πρέβεζα. Δέκα μέρες ταξιδεύαμε μ’ εκείνο το παλιοβάπορο, υποφέραμε πολύ. Ευτυχώς μας μοίρασε ο καπετάνιος τυρί και κονσέρβες κι έτσι είχαμε να φάμε.
Στην Πρέβεζα είχε πολλούς πρόσφυγες, δεν κατεβήκαμε, τραβήξαμε στην Πάργα. Εκεί είχε μεγάλη θαλασσοταραχή. Το βαπόρι ήταν στ’ ανοιχτά, βγήκαμε με τις βάρκες έξω, κοντέψαμε να πνιγούμε. Ο καπετάνιος φοβήθηκε να βγάλει έξω τους υπόλοιπους, γύρισε στην Πρέβεζα πίσω.
Είδαμε τα ξερά βουνά, αγριέψαμε, φοβηθήκαμε. Είπαμε: -«Πού ήρθαμε!». Μείναμε δυο βραδιές στην Πάργα. Απ’ εκεί η Επιτροπή με τα ζώα μάς μετάφερε στην Παραμυθιά. Ήταν χειμώνας, χιόνια. Απ’ εκεί μας πήγανε στη Δράγανη, χωριό της Παραμυθιάς· μείναμε εκεί δέκα μέρες στο σχολείο.
Κάναμε Χριστούγεννα εκεί. Οι κάτοικοι μάς περιποιήθηκαν. Η εκκλησία έσφαξε πρόβατα και μας μοίρασαν κρέας. Ήμασταν εκεί εκατό οικογένειες από διάφορα χωριά της Σερίανας, γνωριζόμασταν μεταξύ μας.
Από τη Δράγανη πήγαμε με τα ζώα στο Γαρδίκι. Εκεί ήταν Τουρκαλβανοί. Μερικοί απ’ αυτούς έφευγαν, άλλοι για την Τουρκία, άλλοι για την Αλβανία. Μείναμε εκεί ενάμιση χρόνο. Σπέρναμε καλαμπόκι. Δεν είχε γίνει οριστική διανομή γης. Από τα βουνά κατέβαιναν ληστές. Έκλεβαν παιδιά και ζητούσαν λύτρα. Κοντά στην Αλβανία ήταν τα βουνά και οι ληστές πηγαινοέρχονταν. Φοβηθήκαμε και αποφασίσαμε να φύγουμε. Πήραμε ζώα. Κατεβήκαμε στην Πάργα κι απ’ εκεί πήραμε το πλοίο και ήρθαμε στον Πειραιά. Λίγοι-λίγοι φύγαμε.
Κρεμμύδι και ψωμί να τρώμε, καλύτερα να ζούμε στην Ελλάδα, παρά στην Τουρκία. Στου Χαμήτ τον καιρό, καλά περνούσαμε, είχαμε προνόμια. Μετά το Σύνταγμα (1909) αγρίεψαν οι Τούρκοι. Δεν ήταν ζωή εκεί.
















