Όταν στις 16 Μαρτίου 1916 οι Έλληνες των Σουρμένων, που είχαν υποστή τα πάνδεινα, αφάνταστες στερήσεις, πείνα, δυστυχία και κατατρεγμούς από τους Τούρκους ως την ημέραν εκείνην, έτρεχαν να υποδεχθούν απάνω εις τις κορυφές των βουνών τους τα ρωσικά στρατεύματα, με λευκές σημαίες και αλαλαγμούς χαράς, επίστευαν ότι τα όμορφα και γραφικά χωριά τους εγλύτωναν πλέον οριστικά από την τουρκική δουλεία.
Και έφεραν πράγματι, την ελευθερίαν τα τσαρικά στρατεύματα, μαζί δε και την ευλογίαν του Θεού σε τρόφιμα και κάθε λογής αγαθά – όπως άλλωστε και σ’ όλο το τμήμα του Ανατολικού Πόντου, από το οποίον είχαν εκδιώξει τους Τούρκους.
Κανένας, ωστόσο, δεν μπορούσε να μαντέψη, ότι πολύ σύντομα επρόκειτο ν’ αλλάξουν τα πράγματα και να επανέλθη η κατάσταση της τουρκικής δουλείας, με μορφή μάλιστα πολύ σκληρότερη από άλλοτε, κυριολεκτικά απάνθρωπη. Και αυτό, παρά το γεγονός, ότι κατά το διάστημα της ρωσικής κατοχής, οι Τούρκοι κάτοικοι των Σουρμένων είχαν βρή προστασίαν από τους Έλληνας γείτονές των, ιδίως έναντι των Αρμενίων στρατιωτών, του ρωσικού στρατού, που ήθελαν να εκδικηθούν για τις σφαγές των ομοεθνών τους.
Ο ουρανός συννεφιάζει
Δεν επέρασε παρά μόνον ένας χρόνος, όταν (Μάρτιος 1917) άρχισε να σκοτεινιάζη ο ορίζων. Λαϊκή επανάσταση που εξερράγη στην Πετρούπολη και την Μόσχα ανάγκασε τον τσάρο Νικόλαο τον Β΄ να παραιτηθή του θρόνου.

Εσχηματίσθη προσωρινή κυβέρνηση υπό τον Κερένσκι, η οποία επιέζετο φοβερά από τις λαϊκές και εργατικές μάζες, αλλά κατώρθωνε κάπως να συγκρατή την κατάσταση μέσα στα πλαίσια μιάς «δημοκρατικής» εξελίξεως.
Έτσι, και το Πάσχα του 1917 ενθυμούμαι ότι εωρτάσθη στα Σούρμενα με πολλή διάθεσι και κέφι. Το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς πολλοί κάτοικοι πήγαν για παραθερισμό στα παρχάρια.
Οι Τούρκοι κάτοικοι, όμως, που φαίνεται ότι έπαιρναν οδηγίες από το τουρκικό στρατηγείο και από τις μουσουλμανικές οργανώσεις του Καυκάσου επληροφορούντο καλύτερα την κατάσταση και άρχισαν ήδη προετοιμασίες για να επιτεθούν εναντίον των Ρώσων στρατιωτών που έδειχναν τάσεις αποχωρήσεως από τα κατεχόμενα εδάφη του Πόντου. Παραλλήλως άρχισαν να οργανώνουν μυστικά και ομάδες συμμοριτών – τσετέδων, που θα εχρησιμοποιούντο την κατάλληλη ώρα εναντίον των Ελλήνων κατοίκων για τους οποίους κρατούσαν την εκδικητική μανία τους.
Η πρώτη κρούση
Η ώρα δεν άργησε να φθάση. Μία καλά ωργανωμένη συμμορία τσετέδων επετέθη τον Αύγουστον 1917 εναντίον πολλών οικογενειών που κατέβαιναν από τα παρχάρια στα Σούρμενα.
Οι επί κεφαλής των παραθεριστών που επανήρχοντο στα χωριά των είχαν πληροφορίες περί επικειμένης επιθέσεως των τσετέδων και είχαν ζητήσει από τις ρωσικές στρατιωτικές αρχές μικρό στρατιωτικό τμήμα για συνοδεία των οικογενειών. Οι Ρώσοι έδωσαν απόσπασμα 8 ανδρών (Κοζάκων).
Σε κάποιο σημείο της διαδρομής έγινε πράγματι επίθεσις από μέρους της συμμορίας. Οι Ρώσοι στρατιώται εθορυβήθησαν, όταν δε δύο από αυτούς ετραυματίσθησαν, οι υπόλοιποι εγκατέλειψαν την συνοδεία. Έτσι, οι λησταί επεδόθησαν ανενόχλητοι στο έργον των. Επήραν από τους παραθεριστάς ό,τι είχαν σε χρήμα, ωρολόγια, δακτυλίδια και άλλα πολύτιμα αντικείμενα. Πάντως έπειτα από παράκλησιν του Πέτρου Καζαντζίδη και του Παπα-Ματθαίου, τους άφησαν να επιστρέψουν στα σπίτια των.
Ύστερα από την πρώτη αυτή κρούση, τα πράγματα άρχισαν να παίρνουν δραματικές εξελίξεις.
Οι Τούρκοι τσετέδες ημέρα με την ημέρα εγίνοντο θρασύτεροι και οι επιθέσεις εναντίον Ελλήνων κατοίκων και οι φόνοι επληθύνοντο.
Τον Οκτώβριο και τον Νοέμβριο η κατάσταση έγινε πολύ σοβαρά. Πολλοί άρχισαν να φεύγουν στην Τραπεζούντα και την Ρωσία. Παρ’ όλα αυτά, σκέψη για ολοκληρωτικόν εκπατρισμό δεν χωρούσε στο μυαλό κανενός.
Άλλωστε δεν έλειψαν και ωρισμένες ενδείξεις κάποιας αισιοδοξίας. Η παρουσία του Μητροπολίτου Τραπεζούντος Χρυσάνθου ανάμεσα στο ποίμνιό του και οι παραινέσεις και συστάσεις του για παραμονή στο πάτριο έδαφος ήσαν ενθαρρυντικές. Επίσης, η πληροφορία περί οργανώσεως εθνικών, Ελληνικών, Αρμενικών και Γεωργιανικών στρατευμάτων στον Καύκασο, τα οποία θα εστέλλοντο προς υπεράσπισιν των εδαφών που εγκατέλειπεν ο ρωσικός στρατός, έδιδαν ελπίδας και στους Έλληνας των Σουρμένων.
Αντ. Χ. Τερζόπουλος
















