Έσθερ Λάβτζοϊ, ή Esther Clayson Pohl Lovejoy όπως ήταν το πλήρες όνομά της. Αυτό το όνομα θα έπρεπε να λέει πολλά στους Έλληνες. Κι αυτό γιατί η Αμερικανίδα πρωτοπόρος γιατρός και εθελόντρια που πέθανε σαν σήμερα το 1967, με κίνδυνο της ζωής της διέσωσε πάρα πολλούς πρόσφυγες. Ήταν εκεί: στην Καταστροφή της Σμύρνης και αργότερα στο κολαστήριο της Μακρονήσου, το λοιμοκαθαρτήριο.
Και είναι αυτή που παρέδωσε το Certain Samaritans· το βιβλίο εκδόθηκε πρώτη φορά το 1928 στη Νέα Υόρκη (υπάρχει και μια αναθεωρημένη έκδοση του 1933), και εκτός από ταξιδιωτικό οδοιπορικό είναι ένα ντοκουμέντο για τη μοίρα των Ελλήνων κατά τη Γενοκτονία. Αυτήν που όρισαν οι ίδιοι πριν και μετά την Καταστροφή, και αυτή που τους ορίστηκε.
Με οξύνοια και παρατηρητικότητα, στη μαρτυρία της εκφράζει διαδοχικά οργή, συμπόνοια, κυνισμό και βαθιά ειρωνεία, περιγράφοντας όλα όσα είχαν συμβεί μπροστά στα μάτια της.
Επικεφαλής της οργάνωσης American Women’s Hospitals Service (AWHS), η σουφραζέτα δρ Έσθερ Λάβτζοϊ –για να την πούμε και με τον τίτλο της–, μαζί με άλλες Αμερικανίδες και Καναδέζες γιατρούς για αρχή έσπασαν ένα ταμπού: όταν ξεκίνησε ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος διαπίστωσαν ότι μόνο νοσοκόμες και όχι γυναίκες γιατροί μπορούσαν να υπηρετήσουν στον αμερικανικό στρατό.
Έτσι, δημιούργησαν τις δικές τους οργανώσεις· μέσα σε λιγότερο από έναν χρόνο, εθελόντριες με εξαιρετικές γνώσεις βρέθηκαν να παρέχουν νοσοκομειακή περίθαλψη σε Αρμένιους και Έλληνες σε όλη την Ανατολία.
Όταν έμαθε για την πυρκαγιά στη Σμύρνη, στα μέσα Σεπτεμβρίου του 1922, ταξίδεψε αμέσως στην Κωνσταντινούπολη για να επιβιβαστεί λίγο αργότερα σε πλοίο δίχως φορτίο ώστε να φτάσει όσο το δυνατό πιο σύντομα στη φλεγόμενη πόλη.
Για μέρες η Έσθερ Λάβτζοϊ, η μόνη Αμερικανίδα που βρισκόταν στη Σμύρνη, πρόσφερε τις ιατρικές της υπηρεσίες: βοήθησε τις εγκύους όσο καλύτερα μπορούσε, αντίκρισε τις «πύλες της κολάσεως» που είχαν ανοίξει οι Τούρκοι στην προκυμαία, όπως θα περιέγραφε αργότερα ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ που όμως δεν έζησε από κοντά τη φρίκη, και συνεργάστηκε με τους ναύτες και τους αξιωματικούς του αμερικανικού αντιτορπιλικού «Litchfield».
Φως!
«Τη μια νύχτα μετά την άλλη στριγκλιές που παγώνουν το αίμα, τις οποίες ο Δάντης δεν είχε φανταστεί ποτέ στην Κόλαση, σάρωναν αυτή την απαίσια προκυμαία. Από τη συγκάτοικό μου ήξερα τι σημαίνουν αυτές οι κραυγές.
»Όταν οι Τούρκοι, τακτικοί ή άτακτοι στρατιώτες, έρχονται μέσα στο σκοτάδι μέσα από τα ερείπια στην προκυμαία, με σκοπό να ληστέψουν τους πρόσφυγες ή να απαγάγουν τις γυναίκες, τα κορίτσια και τα παιδιά τους, εκατοντάδες χιλιάδες, ή περισσότεροι, φώναζαν όλοι μαζί για φως, μέχρι τα πολεμικά πλοία στο λιμάνι να ρίξουν τους προβολείς τους εδώ και εκεί στην προκυμαία και οι ληστές να ξεγλιστρήσουν πίσω στα ερείπια.
»Το σκοτάδι και η σιωπή ακολουθούσαν αυτά τα ξεσπάσματα, τα οποία μερικές φορές διακόπτονταν από τις παρεμβολές των φωνογράφων στα πολεμικά πλοία στο λιμάνι, οι οποίοι φυσικά υπαινίσσονταν τον Νέρωνα να παίζει βιολί ενώ η Ρώμη καιγόταν».
Οι πύλες
«Νωρίς το πρωί της Τρίτης 26ης Σεπτεμβρίου ξεκίνησε ένας φοβερός αγώνας για να φτάσουν οι άνθρωποι στα πλοία που αγκυροβολούσαν στο τέλος της αποβάθρας για το σιδηρόδρομο.
»Η αποβάθρα χωριζόταν από την προβλήτα με δύο σιδερένιους πασσαλόπηκτους φράκτες που απείχαν περίπου 70 μέτρα. Αυτοί οι φράκτες είχαν στενές πύλες. Η προβλήτα εκτεινόταν σε μεγάλη απόσταση μέχρι τα βαθιά νερά, και είχαν τοποθετηθεί ακόμη τρεις αυτοσχέδιοι φράκτες με στενές πύλες, κατασκευασμένοι από βαριά ξύλα, στο πλάτος της προβλήτας, σε απόσταση περίπου 200 έως 300 μέτρων.
»Ο σκοπός αυτών των περιφράξεων ήταν να αναγκάσουν τους πρόσφυγες να περάσουν από τις στενές πύλες όπου θα μπορούσαν να εξεταστούν ενδελεχώς, και όλοι άντρες που φαίνονταν να είναι σε ηλικία στράτευσης να συλληφθούν για “εκτοπισμό στο εσωτερικό”.
»Οι πύλες φυλάσσονταν, και μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης στο βόρειο άκρο της προκυμαίας προς την προβλήτα υπήρχε μια διπλή σειρά Τούρκων στρατιωτών, εκτός από τους αξιωματικούς και άλλους στρατιώτες που περιπολούσαν μεταξύ των προσφύγων.
»Η περιγραφή αυτής της ξέφρενης βιασύνης για να φτάσουν στα πλοία υπερβαίνει τις δυνατότητες της γλώσσας. Ο πόνος, η αγωνία, ο φόβος, ο τρόμος, η απόγνωση και αυτή η βουβή αντοχή πέρα από την απόγνωση δεν μπορούν να εκφραστούν με λόγια».
»Επί έξι ώρες την Τρίτη 26 Σεπτεμβρίου στάθηκα κοντά στο χερσαίο άκρο της προβλήτας, ανάμεσα στην πρώτη και τη δεύτερη πύλη, παρακολουθώντας αυτό το απάνθρωπο θέαμα. Πολλές χιλιάδες πρόσφυγες, με βαριά δέματα στην πλάτη τους σπρώχνονταν κατά μήκος της αποβάθρας, προσπαθώντας να φτάσουν και να περάσουν από την πρώτη πύλη.
»Οι Τούρκοι στρατιώτες τους χτυπούσαν και τους έσπρωχναν πίσω με τους υποκόπανους των όπλων τους, για να τους αναγκάσουν να πλησιάζουν πιο αργά, αλλά εκείνοι έδειχναν αναίσθητοι στον πόνο, και ο μεγαλύτερος φόβος τους στο φως της ημέρας ήταν μήπως δεν κατάφερναν να φτάσουν στα πλοία».
Φύγετε, φύγετε
«Το μεγαλύτερο έγκλημα κατά της ανθρωπότητας στο οποίο υπήρξα προσωπικά μάρτυρας διαπράχτηκε στην αποβάθρα του σιδηρόδρομου της Σμύρνης την τελευταία εβδομάδα του Σεπτεμβρίου του 1922 και συνίσταται στο διαχωρισμό από στρατιωτικές δυνάμεις των μελών όλων των χριστιανικών οικογενειών.
»Σε κάθε πύλη κατά τη διάρκεια της ημέρας αυτές οι ωμότητες διαπράττονταν συστηματικά, καθώς οι οικογένειες περνούσαν η μία μετά την άλλη τις πύλες.
»Ο πατέρας ηλικίας περίπου 42 ετών που μετέφερε ένα άρρωστο παιδί ή κάποιο άλλο φορτίο, ή ο νεαρός γιος –και μερικές φορές τόσο πατέρας όσο και ο γιος–, θα συλλαμβάνονταν. Αυτό ήταν και το αποκορύφωμα όλων των τρομερών δεινών για κάθε οικογένεια.
»Σε έναν παροξυσμό θλίψης η μητέρα και τα παιδιά γραπώνονταν από τον πατέρα και τον γιο, κλαίγοντας, ικετεύοντας και προσευχόμενοί για έλεος – αλλά δεν υπήρχε έλεος.
»Με τους υποκόπανους των όπλων τους οι Τούρκοι στρατιώτες χτυπούσαν τους άνδρες σπρώχνοντάς τους πίσω προς τις ομάδες των κρατουμένων και οδηγώντας τις γυναίκες προς τα πλοία. Σπρώχνοντάς τες με τα όπλα τους, χτυπώντας τες με λουριά ή ραβδιά, σαν ένα κοπάδι ζώων, φωνάζοντας “Αιντε άιντε”, δηλαδή “Φύγετε, φύγετε”.
»Δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτές τις γυναίκες με τα μικρά παιδιά τους που αρπάζονταν από τις φούστες τους καθώς πήγαιναν προς τα πίσω, βήμα-βήμα, κοιτάζοντας ίσως για τελευταία φορά τα πρόσωπα των συζύγων και των γιων τους. “Οι γυναίκες τους θα είναι χήρες και τα παιδιά τους ορφανά” είναι η προφητεία που εκπληρώθηκε στην προβλήτα του σιδηρόδρομου της Σμύρνης, στην Οδό του Μαρτυρίου αυτών των άτυχων ανθρώπων».