Στις 4 Απριλίου 1913, η Ελλάδα αποχαιρετά έναν από τους πιο τολμηρούς πρωτοπόρους της νέας εποχής. Ο Εμμανουήλ Αργυρόπουλος, ο πρώτος Έλληνας που πέταξε επιτυχώς αεροπλάνο στη χώρα, χάνει τη ζωή του σε αποστολή πάνω από τη Μακεδονία, γράφοντας άθελά του την πρώτη τραγική σελίδα στην ιστορία της ελληνικής πολεμικής αεροπορίας.
Η μοιραία πτήση πραγματοποιήθηκε κοντά στον Λαγκαδά, με συνεπιβάτη τον Κωνσταντίνο Μάνο. Το αεροσκάφος, ένα διθέσιο τύπου Bleriot που είχε περιέλθει στα ελληνικά χέρια μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, συνετρίβη έπειτα από μηχανική βλάβη ή επιδείνωση των καιρικών συνθηκών, δεν είναι βέβαιο.
Οι δύο άνδρες σκοτώθηκαν ακαριαία. Ήταν η πρώτη απώλεια αεροπόρου σε αποστολή, σε μια εποχή όπου η πτήση αποτελούσε ακόμη ρίσκο ζωής.
Η διαδρομή του Εμμανουήλ Αργυρόπουλου μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν σύντομη, αλλά πυκνή σε γεγονότα. Γιος διπλωμάτη, σπούδασε ηλεκτρολόγος μηχανικός στη Γερμανία, όμως εγκατέλειψε το επάγγελμα για να ακολουθήσει το πάθος του για την αεροπλοΐα. Με δικά του έξοδα μετέβη στη Γαλλία, όπου εκπαιδεύτηκε και απέκτησε δίπλωμα πιλότου, επιστρέφοντας στην Ελλάδα στις αρχές του 1912 με ένα ιδιόκτητο αεροσκάφος τύπου Nieuport.


Λίγες ημέρες αργότερα, στις 8 Φεβρουαρίου 1912, πραγματοποίησε την πρώτη επιτυχημένη πτήση στην Ελλάδα, στους στρατώνες του Ρουφ. Το γεγονός προσέλκυσε πλήθος κόσμου, αλλά και τον ίδιο τον Ελευθέριο Βενιζέλο, ο οποίος όχι μόνο παρακολούθησε, αλλά επιβιβάστηκε στο αεροπλάνο. Η πτήση πάνω από την Ακρόπολη και το Θησείο αποτέλεσε μια από τις πρώτες τέτοιες εμπειρίες για πολιτικό ηγέτη διεθνώς. Ο Έλληνας πρωθυπουργός, εντυπωσιασμένος, προχώρησε σε μια από τις πρώτες διατυπώσεις περί στρατιωτικής αξίας της αεροπορίας, χαρακτηρίζοντάς την «όπλο των αδυνάτων».
Η σχέση των δύο ανδρών αποδείχθηκε καθοριστική. Με ειδική νομοθετική ρύθμιση, ο Εμμανουήλ Αργυρόπουλος εντάχθηκε στη Στρατιωτική Αεροπορία ως ανθυπολοχαγός μηχανικού, σε μια περίοδο όπου η οργάνωση του νέου αυτού κλάδου βρισκόταν ακόμη σε αρχικό στάδιο και τελούσε υπό τη βοήθεια γαλλικής αποστολής.
Όμως, στην πραγματικότητα ο ίδιος είχε ήδη θέσει τις υπηρεσίες του στη διάθεση της πατρίδας από την έναρξη των Βαλκανικών Πολέμων. Το ιδιόκτητο αεροπλάνο του «Αλκυών» καταστράφηκε νωρίς στις επιχειρήσεις, γεγονός που τον οδήγησε να αξιοποιήσει ένα εγκαταλειμμένο οθωμανικό αεροσκάφος που βρέθηκε στη Θεσσαλονίκη.
Το Bleriot XI-2, γνωστό ως «Vatan», αποδείχθηκε πολύτιμο εργαλείο. Με αυτό, εκτέλεσε αναγνωριστικές και πιθανώς επιθετικές αποστολές, συχνά χωρίς να γίνεται αντιληπτός από τον αντίπαλο λόγω της προέλευσης του αεροσκάφους.

Στην τελευταία του πτήση, δίπλα του βρισκόταν ο Κωνσταντίνος Μάνος, πολιτικός, στρατιωτικός και λογοτέχνης, θείος της Ασπασίας (Μάνου), συζύγου αργότερα του πρόωρα χαμένου από δάγκωμα πιθήκου βασιλιά Αλέξανδρου. Η παρουσία του σε στρατιωτική αποστολή δεν ήταν ασυνήθιστη για τα δεδομένα των Βαλκανικών Πολέμων, όπου πολίτες συμμετείχαν ενεργά σε διάφορες μορφές επιχειρήσεων.
Το τέλος ήταν αιφνίδιο. Η συντριβή του αεροσκάφους, λίγα μόλις μέτρα από τον Λαγκαδά, στέρησε από την Ελλάδα έναν από τους πρώτους εκφραστές της αεροπορικής ιδέας. Ο θάνατός του συγκλόνισε την κοινή γνώμη. Στην κηδεία του, που τελέστηκε στον Άγιο Γεώργιο Καρύτση, παρευρέθηκε σύσσωμη η πολιτική και στρατιωτική ηγεσία της χώρας, με τον επικήδειο λόγο να εκφωνείται από τον συναδελφό του αεροπόρο Μιχαήλ Μουτούση.

Ο Εμμανουήλ Αργυρόπουλος υπήρξε ένας πρωτοπόρος που εγκατέλειψε μια ασφαλή επαγγελματική πορεία για να ακολουθήσει μια ιδέα που τότε φάνταζε τολμηρή, σχεδόν ουτοπική. Έφερε το αεροπλάνο στην Ελλάδα, το έθεσε στην υπηρεσία της πατρίδας και τελικά θυσιάστηκε στον αέρα που πρώτος τόλμησε να κατακτήσει.
















