«Έχετε διαθέσιμες δυνάμεις;» ρώτησε ο Βρετανός πρωθυπουργός Ντέιβιντ Λόιντ Τζορτζ τον Ελευθέριο Βενιζέλο.
«Έχουμε. Για ποιο σκοπό;» απάντησε ο Έλληνας πρωθυπουργός.
«Ο πρόεδρος Γούντροου Ουίλσον, ο Ζορζ Κλεμανσό και εγώ αποφασίσαμε πως πρέπει να καταλάβετε τη Σμύρνη».
«Είμαστε έτοιμοι», απάντησε ο Βενιζέλος.
Η σύντομη αυτή στιχομυθία, που έχει καταγραφεί στο ημερολόγιο του Ελευθερίου Βενιζέλου*, αποτυπώνει τη στιγμή κατά την οποία οι δυνάμεις της Αντάντ έδωσαν το πολιτικό σήμα για την ελληνική παρουσία στη Σμύρνη – μια εξέλιξη που θα καθόριζε την πορεία της Μικρασιατικής Εκστρατείας.
Η αρχή της ελληνικής παρουσίας στη Σμύρνη
Στις 14 Μαΐου 1919, συμμαχικά αγήματα, υπό τις διαταγές του Βρετανού ναυάρχου Σόμερσετ Κάλθορπ, αποβιβάστηκαν στη Σμύρνη. Ο Βρετανός αξιωματικός ενημέρωσε αμέσως τον Οθωμανό διοικητή της πόλης για τις προθέσεις των Συμμάχων, ενώ οι στρατιώτες της Αντάντ ανέλαβαν τον έλεγχο των αμυντικών εγκαταστάσεων και τη φύλαξη των ξένων προξενείων.
Προς το τέλος της ίδιας ημέρας κυκλοφόρησε η είδηση ότι ελληνικές δυνάμεις βρίσκονταν ήδη καθ’ οδόν για την πόλη.
Η Σμύρνη αποτελούσε άλλωστε μία από τις σημαντικότερες ελληνικές εστίες της Ανατολής, με έντονη εμπορική και πολιτιστική παρουσία.
Την επομένη, στις 15 Μαΐου 1919, ελληνικά στρατεύματα αποβιβάστηκαν στην πόλη, εγκαινιάζοντας την ελληνική στρατιωτική παρουσία στη δυτική Μικρά Ασία.

Η απόφαση των Συμμάχων και οι διεθνείς ισορροπίες
Η ελληνική απόβαση στη Σμύρνη εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων που ακολούθησαν τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι δυνάμεις της Αντάντ δεν διαπραγματεύονταν με τις ηττημένες χώρες, αλλά μεταξύ τους, προσπαθώντας να συμβιβάσουν τις διαφορετικές συμφωνίες και υποσχέσεις που είχαν δώσει κατά τη διάρκεια του πολέμου.
Η Οθωμανική Αυτοκρατορία συγκαταλεγόταν στους ηττημένους, ωστόσο η διαδικασία διαμόρφωσης της ειρήνης αποδείχθηκε χρονοβόρα.
Όταν τελικά επιβλήθηκαν οι όροι της συνθήκης –με τη Συνθήκη των Σεβρών τον Αύγουστο του 1920– οι Σύμμαχοι είχαν ήδη αποστρατεύσει μεγάλο μέρος των στρατευμάτων τους και δεν διέθεταν πλέον τα μέσα για να επιβάλουν τις αποφάσεις τους.
Σε αυτό το κενό ισχύος η Ελλάδα, υπό την ηγεσία του Ελευθέριου Βενιζέλου, προσφέρθηκε να λειτουργήσει ως ο βασικός στρατιωτικός βραχίονας της Αντάντ στην περιοχή, αναλαμβάνοντας την εφαρμογή των αποφάσεων των Συμμάχων και την αντιμετώπιση του τουρκικού εθνικού κινήματος που συγκροτούσε ο Μουσταφά Κεμάλ.

Το διπλωματικό υπόβαθρο της «υπόθεσης Σμύρνης»
Η ιδέα της ελληνικής παρουσίας στη Σμύρνη είχε αρχίσει να διαμορφώνεται ήδη από τα χρόνια του πολέμου. Οι δυνάμεις της Αντάντ επιδίωκαν να προσελκύσουν χώρες της Βαλκανικής στο πλευρό τους, προσφέροντας εδαφικά ανταλλάγματα.
Στην περίπτωση της Ελλάδας, οι πιθανές παραχωρήσεις στη Θράκη συγκρούονταν με τα συμφέροντα της Βουλγαρίας, την οποία επίσης προσπαθούσαν να προσεταιριστούν. Έτσι, ως εναλλακτική λύση άρχισε να συζητείται η προοπτική παραχωρήσεων στη Μικρά Ασία.
Η είσοδος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον πόλεμο στο πλευρό των Κεντρικών Δυνάμεων επέτρεψε στους Συμμάχους να προτείνουν στους Έλληνες εδαφικά ανταλλάγματα σε τουρκικά εδάφη. Ήδη από τις 23 Ιανουαρίου 1915, ο Βρετανός υπουργός Εξωτερικών σερ Έντουαρντ Γκρέι είχε διατυπώσει σχετική πρόταση.
Ωστόσο, οι διαφωνίες ανάμεσα στον Ελευθέριο Βενιζέλο και τον βασιλιά Κωνσταντίνο για τη στάση της Ελλάδας στον πόλεμο οδήγησαν στον Εθνικό Διχασμό, που σημάδεψε βαθιά την ελληνική πολιτική ζωή.
Από την απόβαση στον πόλεμο
Μετά τη νίκη των Συμμάχων στο μακεδονικό μέτωπο, ο Βενιζέλος συμμετείχε στο Συνέδριο Ειρήνης στο Παρίσι, όπου καθορίστηκε η τύχη των ηττημένων κρατών. Η Σμύρνη θεωρήθηκε τότε το σημαντικότερο έπαθλο που θα μπορούσε να διεκδικήσει η Ελλάδα.
Παρά τις προφανείς εντάσεις μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων, οι Σύμμαχοι δεν ανέθεσαν την κατοχή της πόλης σε μια πολυεθνική δύναμη. Αντίθετα, την ανέθεσαν αποκλειστικά στην Ελλάδα – μια επιλογή που σύντομα οδήγησε σε συγκρούσεις και αιματηρά επεισόδια στους δρόμους της Σμύρνης.
Η αλλαγή των διεθνών συσχετισμών
Η ελληνική παρουσία στη Μικρά Ασία ξεκίνησε σε ένα διεθνές περιβάλλον που φαινόταν ευνοϊκό. Ωστόσο, μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα οι ισορροπίες άλλαξαν.
Η βρετανική στρατιωτική ηγεσία άρχισε να θεωρεί την ελληνική επιχείρηση ασύμφορη, ενώ οι αμερικανικές διπλωματικές και στρατιωτικές υπηρεσίες αντιμετώπιζαν επίσης με επιφυλάξεις την ελληνική εντολή.
Οι Γάλλοι σταδιακά στράφηκαν προς την υποστήριξη των Τούρκων, ενώ οι Ιταλοί, δυσαρεστημένοι επειδή είχαν αποκλειστεί από την απόφαση για τη Σμύρνη, επιδίωκαν να υπονομεύσουν την ελληνική παρουσία.


Η άνοδος του κεμαλικού κινήματος
Την ίδια στιγμή, στην Ανατολία ενισχυόταν το εθνικό κίνημα των Τούρκων. Το καλοκαίρι του 1919 ο Μουσταφά Κεμάλ, που είχε σταλεί ως επιθεωρητής του στρατού στις ανατολικές επαρχίες της αυτοκρατορίας, αξιοποίησε τη θέση του για να οργανώσει την αντίσταση.
Σταδιακά συγκρότησε ένα νέο εθνικό κίνημα, αποστασιοποιημένο από την οθωμανική κυβέρνηση, με στόχο την αποτίναξη της ελληνικής παρουσίας και την ανεξαρτησία της Τουρκίας.
Η κατάληξη
Έτσι, η Ελλάδα βρέθηκε να εμπλέκεται σε έναν μακρόχρονο και αιματηρό πόλεμο στη Μικρά Ασία, χωρίς ουσιαστική διεθνή στήριξη.
Η σύγκρουση αυτή κορυφώθηκε το 1922, οδηγώντας στην ήττα του ελληνικού στρατού και στη Μικρασιατική Καταστροφή, με δραματικές συνέπειες για τον ελληνισμό της Μικράς Ασίας.
Πηγές
• «Η απόβαση στη Σμύρνη του Ελληνικού Στρατού τον Μάιο του 1919: η έναρξη της μικρασιατικής εκστρατείας». Άρθρο του ταξίαρχου ε.α. Νικόλαου Νικολάου, στην ιστοσελίδα της Ένωσης Αποστράτων Αξιωματικών Στρατού.
• Erik-Jan Zürcher. Σύγχρονη Ιστορία της Τουρκίας. Εκδόσεις: Αλεξάνδρεια. Αθήνα, 2004
• Γεώργιος Μαυρογορδάτος. 1915: Ο Εθνικός Διχασμός. Εκδόσεις Πατάκης. Αθήνα, 2015.

















