Το κεράσιν είναι η κοινή κερασιά, το δέντρο και ο καρπός. Πατρίδα της κερασιάς (Prunus avium) είναι τα όρη του Πόντου. Αυτοφυής συναντάται στο Τουρκεστάν, στο Ιράν, στις δύο πλευρές του Καύκασου και στα βουνά της Τραπεζούντας και της Κερασούντας του Πόντου. Η κοινή κερασιά έχει μεγαλύτερη εξάπλωση.
Η αποικία Κερασούς της Σινώπης πήρε το όνομά της από το ελληνικό κέρασος ή κερασός εξαιτίας των άφθονων κερασιών που φύονται στην περιοχή. Αντίθετα, είναι απίθανο το δέντρο να πήρε το όνομα από την πόλη.
Από τον Πόντο το δέντρο, ο καρπός και το όνομα πέρασαν στην Ιταλία και στη συνέχεια στην υπόλοιπη Ευρώπη. Από τους Βυζαντινούς το κέρασος πέρασε στους Τούρκους (τουρκ. κιράζ), τους Κούρδους, τους Πέρσες κ.α. Το όνομα του είδους avium προέρχεται από το aves = πτηνό, επειδή τα φρούτα αυτά καταναλώνονται κατά το πλείστον από τα πτηνά.
![]()
Κατά τον Servius οι Ρωμαίοι μέχρι την εποχή του Λούκουλλου γνώριζαν μόνο τα άγρια κεράσια με στυφή γεύση. Όπως αφηγείται ο Πλίνιος, τα ήμερα κεράσια τα μετέφερε στη Ρώμη από την Κερασούντα του Πόντου το 69 π.Χ. ο Λικίνιος Λούκουλλος, γνωστός καλοφαγάς. Μάλιστα αποτέλεσαν περίοπτο τρόπαιο μετά τη νίκη του επί του Μιθριδάτη. Από εκεί εξαπλώθηκαν στην Ιταλία και στον υπόλοιπο δυτικό κόσμο. Κατά τον Πλίνιο η κερασιά έφτασε στην Αγγλία 20 χρόνια μετά την άφιξή της στην Ιταλία. Κατά τον Ισίδωρο (XVII, 7, 16): «Cerasus a Ceraso urbe Ponto vocata. Nam Lucullus cum Cerasum urbem Ponti delevisset, hoc genus pomi inde advexit, et a civitate cerasum apellavi».
Eίναι φανερό ότι στους Έλληνες του Πόντου τα κεράσια ήταν από μακρού γνωστά.
Στο είδος αυτό αναφέρεται αναμφίβολα το κέρασος του Θεόφραστου (Φυτ. Ιστ. 3, 13, 1) και τα κεράσια του Διοσκουρίδη, τα οποία «χλωρά λαμβανόμενα ευκοίλια τυγχάνει, ξηρά δε ίστησι κοιλίαν» (Ι, 157). Ο Δίφιλος, φίλος του Θεόφραστου από τη Σίφνο (περ. 300 π.Χ.), χαρακτηρίζει τον καρπό ως «ευστόμαχον, εύχυλον και ολιγόστροφον» (παρ’ Αθην. Β, 51).
![]()
Η έλευση του μήνα Ιούνιου σηματοδοτούνταν με την καταλυτική αφθονία των κερασιών σε ολόκληρο σχεδόν τον Πόντο. Γι’ αυτό και ο Ιούνιος στο ποντιακό ημερολόγιο ονομάζεται Κερασινός:
Έρθεν ο Κερασινόν, τα κεράσια τα καλά,
λάμπ’ ο ήλεν σα ραχιά, σ’ ολουνούς τρανόν χαράν.
Έρθεν ο Κερασινόν, τ’ ευλογίας τα πολλά,
οι ανθρώπ’ ειν’ χαρεμέν’ κι η ζωή παντού γελά.
Έρθεν ο Κερασινόν και ο ήλον καντηλίζ’,
η εγάπ’ γλυκύν κεράσ’, τ’ εμόν την κάρδιαν βρουλίζ’.
Έρθεν ο Κερασινόν και ο ήλεν ο ζεστόν,
έρθεν κι η εγάπ’ τ’ εσόν, βρούλ’ τσεν την καρδίαν τ’ εμόν.
Έρθεν και ο Κερασινόν, θα γίνταν τα κεράσια,
παιδάντ’, πολλά μη τρώτε τα, έρχουζνε απάν’ σα ράχιαν
Τη Κερασινού ο ήλον κοκκινίει σε άμον μήλον
Έρθεν ο κερασινόν, έγκεν φύλλον πράσινον.
- Πηγή: Εγκυκλοπαίδεια του ποντιακού ελληνισμού, εκδ. Μαλλιάρης-Παιδεία.
















