Είναι 55 ετών, νομικός, κόρη μεταναστών, έγχρωμη και ενσαρκώνει την αστική πολυπολιτισμική Αμερική. Πλέον είναι και η πρώτη γυναίκα αντιπρόεδρος των ΗΠΑ. Η Καμάλα Χάρις, κατά συνείδηση απούσα από «το θείο δώρο της μητρότητας», γράφει ιστορία στο πλευρό του Τζο Μπάιντεν, έστω και αν η επιλογή της έγινε και υπό την πίεση του κινήματος για τον συστημικό ρατσισμό στη χώρα, του «Black lives matter».
Ο 78χρονος πρόεδρος έχει ήδη δηλώσει ότι δεν πρόκειται να διεκδικήσει μια δεύτερη θητεία, κάτι που ενδεχομένως να ανοίγει το δρόμο και για την πρώτη γυναίκα επικεφαλής του Λευκού Οίκου.
Αν και η Καμάλα Χάρις μετράει λιγότερο από τέσσερα χρόνια στην κεντρική πολιτική σκηνή, εντούτοις Χάρις δεν άργησε να εκτοξευθεί, και γιατί τα media βλέπουν σε εκείνη τη στόφα της πολιτικής σταρ. Ήδη έχει κερδίσει το προσωνύμιο «ιδανική αντι-Τραμπ υποψήφια», έστω και αν κανείς δεν μπορεί να την κατατάξει σε μια κατηγορία πολιτικών. Δεν ανήκει στο μετριοπαθές κέντρο όπως ο Τζο Μπάιντεν, ούτε στα αριστερά των Δημοκρατικών. Από την άλλη είναι περισσότερο ήπια απ’ ό,τι θα επιθυμούσε η υπερπροοδευτική πτέρυγα του κόμματος, και ταυτόχρονα επεμβατική όπου χρειάζεται.
Ως παιδί μεταναστών ακαδημαϊκών από την Τζαμάικα και την Ινδία ενσαρκώνει την αστική πολυπολιτισμική Αμερική. «Γνωρίζει προσωπικά πώς οι οικογένειες των μεταναστών εμπλουτίζουν τη χώρα μας. Η προσωπική της ιστορία είναι η ίδια η ιστορία της Αμερικής», έχει δηλώσει ο νέος πρόεδρος, αναφερόμενος στην αντίδραση των «μικρών μαύρων και καφέ κοριτσιών, που τόσο συχνά αισθάνονται ότι παραβλέπονται και υποτιμούνται στις κοινότητές τους».
![]()
(Φωτ.: EPA / Etienne Laurent)
Βέβαια, η οικογένειά της έχει στο DNA της την πολιτική. Οι γονείς της μητέρας της αγωνίστηκαν για την ανεξαρτησία της Ινδίας, εκπαιδεύοντας παράλληλα τις αγρότισσες σε ζητήματα αντισύλληψης. Οι δε γονείς του πατέρα της πρωτοστάτησαν στις διεργασίες για την οικονομική ανεξαρτησία της Τζαμάικας. Και η ίδια, όμως, βρέθηκε στην πρώτη γραμμή των κινητοποιήσεων, ούσα ακόμα παιδί, καθώς η μητέρα και ο πατέρας της πήραν ενεργά μέρος στις μαζικές διαμαρτυρίες της εποχής στις ΗΠΑ για στα κινήματα που σχετίζονταν με την προώθηση πολιτικών και ατομικών δικαιωμάτων. Επιπλέον, η μαύρη κοινότητα του Όκλαντ έγινε σύντομα κάτι σαν δεύτερη οικογένειά της.
Παρά τις πολύ ιδιαίτερες εθνικές της καταβολές, η ίδια παραμένει προσεκτική στον αυτοπροσδιορισμό της δηλώνοντας πως είναι «μαύρη Αμερικανή».
Η εκλογή της στην Εισαγγελία του Σαν Φρανσίσκο της έδωσε τη φήμη της «σκληρής»: αν και δεν κέρδισε όλες τις υποθέσεις που ανέλαβε, κατάφερε να επεκτείνει τις έρευνες της στο χώρο του περιβαλλοντικού, του διαδικτυακού και του επιχειρηματικού εγκλήματος.
Οι επικριτές της, πάντως, έχουν να πουν ότι προσέγγισε με φόβο και αμηχανία πληθώρα επίμαχων θεμάτων, αναζητώντας σε κάθε υπόθεση την επικοινωνιακή νίκη. Το 2004 ήταν αντίθετη στην ελάφρυνση των ελάχιστων ποινών, τις οποίες βεβαίωνε ωστόσο ότι θέλει να μεταρρυθμίσει όταν έκανε την προεκλογική της εκστρατεία για το χρίσμα των Δημοκρατικών. Το 2010 ξέσπασε αμήχανα σε γέλια όταν βρέθηκε αντιμέτωπη με ερώτηση για τη νομιμοποίηση της κάνναβης για ψυχαγωγικούς λόγους, το οποίο ήταν ωστόσο ένα πολύ σημαντικό θέμα στην Καλιφόρνια. Τελικά το μέτρο αυτό υιοθετήθηκε το 2018.
Δυστυχώς δεν επέδειξε τόλμη ούτε στο επίκαιρο όσο ποτέ ζήτημα της αστυνομικής βίας. Το 2015 δεν έλαβε θέση αναφορικά με πρόταση νόμου που είχε στόχο να καταστούν συστηματικές οι ανεξάρτητες έρευνες στις περιπτώσεις «θανατηφόρας χρήσης βίας» από αστυνομικούς. Οι περιπτώσεις αυτές είναι γνωστό ότι αφορούν δυσανάλογα τους πληθυσμούς των μαύρων και των ισπανόφωνων.
![]()
(Φωτ.: EPA / John G. Mabanglo)
Γεγονός παραμένει ωστόσο ότι έγινε η πρώτη αφροαμερικανίδα γενική εισαγγελέας στην Καλιφόρνια και η δεύτερη μαύρη γερουσιαστής, το 2016 έπειτα από μία δεκαετία. Κατά τη διάρκεια της θητείας της ξεχώρισε λόγω των αιχμηρών ερωτήσεών της στο Κογκρέσο στη διάρκεια των ακροάσεων για το Russiagate, ενώ εξαπέλυσε σκληρή κριτική στο αντιμεταναστευτικό διάταγμα του Τραμπ.
Παρά το δυνατό ξεκίνημά της, κατά τη διάρκεια της κούρσας για το χρίσμα των Δημοκρατικών άρχισαν να διαφαίνονται τα κενά σε σχέση με την πολιτική της ταυτότητα. Η κατά τ’ άλλα λαλίστατη Καμάλα Χάρις αδυνατούσε να επικοινωνήσει με ακρίβεια τις θέσεις της σε βασικά ζητήματα. Έμοιαζε να μην έχει καταρτίσει μία ξεκάθαρη πολιτική πλατφόρμα, ενώ η πολιτική της απειρία δεν μπορούσε να κρυφτεί. Δυσκολεύτηκε και στις δημόσιες ομιλίες της, αφού της έλειπε το πάθος που είναι αναγκαίο για να ξεσηκώσει τους χιλιάδες οπαδούς. Τελικά αναγκάστηκε να αποχωρήσει από τον εσωκομματικό προεδρικό αγώνα στα τέλη του περασμένου έτους εξαιτίας της χαμηλής απήχησης της, αλλά και της έλλειψης πόρων.
Την περίοδο που συναγωνιζόταν τον Τζο Μπάιντεν για το χρίσμα, η εσωκομματική τους κόντρα ξεπέρασε τα όρια, χωρίς ωστόσο να της δώσει έξτρα πόντους.
Μόλις πρόσφατα ο νέος πρόεδρος δήλωσε ότι οι διαφωνίες τους ήταν καθαρά πολιτικές, υποβιβάζοντας τη σημασία τους. Ωστόσο, είναι αδιαμφισβήτητο ότι άργησε να την επιλέξει ως αντιπρόεδρο, αν και ήταν ξεκάθαρα το φαβορί. Ακόμα και σήμερα, βέβαια, αρκετοί σύμβουλοί του δεν μπορούν να ξεπεράσουν τη δυσαρέσκειά τους για εκείνη.
















