Τέσσερις πανεπιστημιακοί που συγκαταλέγονται στους επιζώντες της φονικής φωτιάς στο Μάτι ζητούν παράσταση πολιτικής αγωγής κατά παντός υπευθύνου, συμβάλλοντας ως μάρτυρες στην εισαγγελική έρευνα, η οποία βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη, σύμφωνα με ρεπορτάζ του ΑΝΤ1.
Στο στόχαστρό τους μπαίνει και ο κεντρικός Λιμενάρχης Ραφήνας, καθώς οι ίδιοι εκείνη τη νύχτα διεσώθησαν από καΐκια ιδιωτών.
Οι τέσσερις πανεπιστημιακοί οκτώ ώρες πάλευαν μόνοι, αβοήθητοι στα βράχια εκλιπαρώντας με κλήσεις τους στο λιμεναρχείο Ραφήνας να τους περισυλλέξουν σκάφη του Λιμενικού. Παρόλο του έκαναν δεκάδες τηλέφωνα από το κινητό τους για βοήθεια, δεν έφτασε κανένας στο σημείο που βρίσκονταν για να τους διασώσει.
«Μαζί με τη γυναίκα μου και τη μία μας κόρη κατευθυνθήκαμε προς την πλησιέστερη παραλία όντας πανικόβλητοι και με μόνη πυξίδα το ένστικτο της επιβίωσης. Οι υπόλοιποι εγκλωβίστηκαν σε άλλη κοντινή παραλία. Διατρέξαμε μεγάλο κίνδυνο, παραμένοντας επί ώρες μέσα στο νερό και πάνω στα βράχια, περιμένοντας τα σωστικά συνεργεία να καταφτάσουν. Πονούσαμε από τα εγκαύματα, τις πληγές και τον τρόμο που μας είχε προκληθεί κατά την προσπάθειά μας να απομακρυνθούμε από το μένος της πύρινης λαίλαπας» αναφέρεται στην κατάθεση ενός εξ αυτών.
Οι τέσσερις πανεπιστημιακοί στρέφονται εναντίον της Πυροσβεστικής, της αστυνομίας και της γ.γ Πολιτικής Προστασίας. Για το θέμα των ευθυνών του Λιμεναρχείου αναφέρουν: «Κατά τη διάρκεια αυτής της μαρτυρικής παραμονής προσπαθούσαμε με κάθε τρόπο να επικοινωνήσουμε με το τηλέφωνο της Άμεσης Επέμβασης του Λιμενικού Σώματος, στον αριθμό 108, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Η … (το όνομα δεν αποκαλύπτεται για λόγους προστασίας προσωπικών δεδομένων) πραγματοποίησε 25 αναπάντητες κλήσεις μεταξύ 19:08 και 12:05».
Μάλιστα πέρα από το ότι τα τηλεφωνήματά τους δεν είχαν κανένα απολύτως αντίκρισμα, σύμφωνα με τον νομικό εκπρόσωπο των πυρόπληκτων Βασίλη Ταουξή, οι πελάτες του εισέπρατταν συνεχείς διαβεβαιώσεις ότι καταφθάνει το πλοιάριο από το Λιμεναρχείο Ραφήνας, το οποίο δεν ήρθε ποτέ. Αντίθετα, μετά από οκτώ ώρες πήγε και τους περισυνέλεξε ένα μικρό ιδιωτικό πλοιάριο.
Παράλληλα, οι τέσσερις πανεπιστημιακοί αναφέρουν ακόμα δύο λόγους, οι οποία μαζί με τα παραπάνω τους έκαναν να ζητήσουν να καταλογιστούν ποινικές ευθύνες στους υπαίτιους.
Πρώτον γιατί τις ώρες της φονικής πυρκαγιάς επιτρέπονταν να δένουν πλοία της γραμμής στο λιμάνι, αποβιβάζοντας αυτοκίνητα και προκαλώντας κομφούζιο στους παραλιακούς δρόμους και δεύτερον γιατί, κατά την είσοδό τους στο λιμάνι τα πλοία προκαλούσαν επικίνδυνους κυματισμούς στους γύρω κόλπους, την ώρα που εκατοντάδες άνθρωποι πάλευαν να κολυμπήσουν για να σωθούν από τη φωτιά. Κάποιοι άνθρωποι παρασύρθηκαν από τα κύματα και έχασαν τη ζωή τους εξαιτίας αυτής της παράλογης πρακτικής, υπογραμμίζουν οι τέσσερις πανεπιστημιακοί.
Τέλος, οι αναπάντητες κλήσεις τους είναι καταγεγραμμένες στους λογαριασμούς τους κινητής τηλεφωνίας, όπως αναφέρουν οι τέσσερις πυρόπληκτοι, ενώ με υπόμνημά τους ζητούν αντίγραφα των συνομιλιών των πολιτών με το Λιμεναρχείο Ραφήνας και τον αριθμό 108, όπως αυτές είναι καταγεγραμμένες στο σύστημα, προκειμένου να γίνει γνωστό τι ώρα δόθηκαν έντονες διάσωσης και τι ώρα πήγαν για παραλαβή τα πλοιάρια.
















