Διαστάσεις αρχίζει να λαμβάνει η αντιπαράθεση μεταξύ της Ελλάδας και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, με αφορμή χθεσινό άρθρο των Μόρις Όμπστφελντ και Πολ Τόμσεν που δημοσιεύτηκε στο μπλογκ του Ταμείου.
Ουσιαστικά πρόκειται για απάντηση στην Αθήνα από τον επικεφαλής οικονομολόγο και τον υπεύθυνο Ευρωπαϊκών Υποθέσεων του ΔΝΤ, και απόκρουση των επικρίσεων ότι το Ταμείο είναι αυτό που ζητά περισσότερη λιτότητα.
Στο άρθρο αναφέρεται ότι πρωτογενή πλεονάσματα υψηλότερα του 1,5% του ΑΕΠ θα μπορούσαν να γίνουν για λίγα χρόνια αποδεκτά, και, παρότι σημειώνεται ότι το ελληνικό χρέος δεν είναι βιώσιμο, το ΔΝΤ καλεί την Ευρωζώνη να λάβει μέτρα για σημαντική ελάφρυνσή του. Οι Μόρις Όμπστφελντ και Πολ Τόμσεν σημειώνουν ακόμα ότι η Ελλάδα θα πρέπει να προχωρήσει σε περικοπές των συνταξιοδοτικών της δαπανών και σε διεύρυνση της φορολογικής της βάσης (μέσω αύξησης του αφορολόγητου ορίου), ανεξαρτήτως των δημοσιονομικών στόχων που θα κληθεί να επιτύχει.
Η Αθήνα έσπευσε να απαντήσει μέσω του κυβερνητικού εκπροσώπου, ο οποίος είπε ότι το άρθρο είναι βασισμένο σε ψευδείς πληροφορίες και οι εκτιμήσεις του Ταμείου λανθασμένες.
Κατά την ενημέρωση των πολιτικών συντακτών, ο Δημήτρης Τζανακόπουλος κατηγόρησε το ΔΝΤ ότι αυτοαναιρείται όταν λέει ότι δεν επιθυμεί περαιτέρω λιτότητα και ότι είναι υπέρ πρωτογενών πλεονασμάτων ύψους 1,5% μετά το 2018, ωστόσο είναι έτοιμο να δεχθεί τις απαιτήσεις των Ευρωπαίων για 3,5% πρωτογενές πλεόνασμα.
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος είπε ακόμη ότι η ελληνική κυβέρνηση επιδιώκει το κλείσιμο της δεύτερης αξιολόγησης χωρίς τη νομοθέτηση νέων μέτρων για το διάστημα μετά το τέλος του προγράμματος. «Η θέση της κυβέρνησης είναι σαφής: Δεν θα αποδεχθεί τη νομοθέτηση μέτρων για μετά το 2018», υπογράμμισε.
Ερωτηθείς για την παραμονή του ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα απάντησε ότι η ελληνική κυβέρνηση την επιθυμεί αλλά δεν υποχωρεί στο αίτημα για νέα μέτρα. Ωστόσο, απέφυγε να δώσει σαφή απάντηση στο αν η Αθήνα ετοιμάζεται να δεχθεί άλλου είδους μέτρα, όπως είναι ο κόφτης.
















