Αυτή η μέρα του Αϊ-Γεωργιού δεν θα τιμηθεί στο Χανκαβάν όπως αλλού – με λειτουργία, πλήθος κόσμου και λαμπρότητα. Τέσσερις ψυχές Ελλήνων όλες κι όλες στο ιστορικό ποντιακό χωριό της Αρμενίας, θα διαβούν τα κακοτράχαλα σοκάκια του χωριού και θα πάνε στην εκκλησιά του Αγίου που με τόση φροντίδα και αγάπη διατηρούν, για να ανάψουν ένα κερί στη χάρη Του.

Κλειστός συχνά, αλλά φροντισμένος, αναμένει τους προσκυνητές
Μετά το προσκύνημα και την προσευχή, ο Σταύρος και η Ελεονώρα Αυγιτίδη, το ζευγάρι των Ποντίων του χωριού που πριν από χρόνια ήρθαν στην Ελλάδα για να ξαναγυρίσουν εντέλει στο χωριό τους στην Αρμενία πρόσφατα, θα πάνε επίσκεψη στον γηραιό αλλά κοτσονάτο τους θείο, τον Γιώργο Ευφραιμίδη και τη γυναίκα του τη Ναταλία.

Ο Σταύρος και η Ελεονώρα Αυγιτίδη στο σπιτικό τους
Η γιαγιά Ναταλία, όπως αρχικά μάθαμε από τους μοτοσικλετιστές που ταξίδεψαν στο χωριό, είναι αυτή που κρατά τα κλειδιά του χωριού. Πριν από δυο-τρεις εβδομάδες που βρεθήκαμε στο Χανκαβάν την βρήκαμε να μας υποδέχεται γελαστή, με τον Γιωρίκα της πλάι.

Η Ναταλία και ο Γιωρίκας Ευφραιμίδης, οι Πόντιοι στυλοβάτες του χωριού
Μας τράταρε και μας έδωσε τα κλειδιά για να ανακαλύψουμε με τον Σταύρο το εκκλησάκι που φτιάχτηκε όταν πρωτόρθαν εδώ οι Πόντιοι, στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα. Ό,τι ήξερε ο Σταύρος, μας το περιέγραψε με τη σεμνότητα που τον διακρίνει.
Παλιά, όταν σε τούτον τον τόπο άκουγες σχεδόν μόνο την ποντιακή διάλεκτο, οι ντόπιοι έφερναν παπά από τη Γεωργία για τις γιορτές τους. Σήμερα, όπως μας είπε χθες στο τηλέφωνο η Ελεονώρα Αυγιτίδη, είναι πολύ λίγοι για να το κάνουν. Εξ ου και το ταπεινό προσκύνημα.

Κεράκια πλάι σε ένα αυτοσχέδιο παιδικό έργο αναπαράστασης ναού και λίγα ψιλά, απείραχτα, για τη συντήρηση του ναού
Πλάι στο ναό του Αϊ-Γιώργη, οι Έλληνες αυτού του όμορφου ποντιακού χωριού που τον διασχίζει ο ποταμός Μαρμαρίκ έχουν το νεκροταφείο τους. Μόνο δέος και συγκίνηση μπορεί να νιώσει κανείς αντικρίζοντας τα μνήματα των απογόνων εκείνων των πρώτων Ποντίων που βρήκαν εδώ το απάνεμο λιμάνι τους πριν από σχεδόν δύο αιώνες. Και ρίζωσαν και άνθησαν, για να ξαναφύγουν μετά αναζητώντας στην Ελλάδα μια ακόμα πατρίδα.

Βγαίνοντας από την εκκλησία αντικρίζει κανείς τους τάφους των προγόνων πριν το μάτι φύγει στην απέναντι πλαγιά
Κάθε καλοκαίρι ξαναγυρνούν πολλοί και η ποντιακή τους ταυτότητα, αναλλοίωτη παρά τα δεινά και τους ξεριζωμούς, παίρνει μια άλλη υπόσταση στον τόπο όπου γεννήθηκαν. Ακούγεται κελαρυστή η διάλεκτος παντού, παίζει η λύρα σε όλα τα ραδιόφωνα και ο Αϊ-Γιώργης τους τους καμαρώνει περήφανος.
Κείμενο-φωτογραφίες-βίντεο: Έρση Βατού.
















