Το 1958, η Ευανθία (Έφη) Λέγγα, το γένος Δημητρακοπούλου, επιβιβάστηκε μόνη της σε ένα πλοίο με προορισμό την Αυστραλία. Ήταν μόλις 20 ετών και άφηνε πίσω της τους γονείς της και τα τέσσερα αδέλφια της. Ένας από τους αδελφούς της είχε ήδη μεταναστεύσει στη μακρινή ήπειρο, όμως για την ίδια άρχιζε ένα μεγάλο ταξίδι, μακριά από τον τόπο όπου μεγάλωσε και τους ανθρώπους που αγαπούσε.
Οι αποσκευές της ήταν ελάχιστες. Είχε μαζί της το διαβατήριό της, τα ρούχα που φορούσε και ένα ξύλινο κουτάλι.
Δεν ήταν όμως, ένα συνηθισμένο αντικείμενο, αλλά ένα πολύτιμο οικογενειακό κειμήλιο που κουβαλούσε τις αναμνήσεις της πατρίδας και μιας παιδικής ηλικίας γεμάτης δυσκολίες, αλλά και οικογενειακή θαλπωρή.
Την ιστορία της κατέγραψε η ίδια, καταθέτοντας τις αναμνήσεις* της τον Απρίλιο του 2022. Μέσα από την αφήγησή της αναδύεται η εικόνα μιας Ελλάδας όπου οι στερήσεις αποτελούσαν μέρος της καθημερινότητας, αλλά οι οικογενειακοί δεσμοί έδιναν δύναμη στους ανθρώπους να συνεχίζουν.
Το ξύλινο κουτάλι που έφτιαξε ο αδελφός της
Το αντικείμενο που επέλεξε να πάρει μαζί της στην άλλη άκρη του κόσμου, όπως αναφέρει σε μαρτυρία της στο Museums Victoria, είχε κατασκευαστεί από τον αδελφό της, τον Δημήτρη, γύρω στο 1943. Εκείνος ήταν τότε 11 ετών και η Ευανθία μόλις πέντε. Το είχε φτιάξει με τα χέρια του, σμιλεύοντας ένα ενιαίο κομμάτι ξύλου.
«Αυτό το ξύλινο κουτάλι είναι τόσο ξεχωριστό για μένα, επειδή δεν είχαμε πολλά πράγματα. Ήταν κάτι από την πατρίδα και κάτι που είχε φτιαχτεί στο χέρι από τον αδελφό μου, τον Δημήτρη, από ένα μόνο κομμάτι ξύλου», θυμόταν.
Το κουτάλι είχε χρησιμοποιηθεί σε αμέτρητα οικογενειακά γεύματα. Σε μια εποχή που ακόμη και τα βασικά σκεύη έλειπαν, κάθε παιδί είχε το δικό του ξύλινο κουτάλι, φτιαγμένο για τις ανάγκες του σπιτιού.
«Αυτό το κουτάλι χρησιμοποιήθηκε για αμέτρητα γεύματα. Δεν είχαμε μαχαιροπίρουνα. Ο καθένας μας έφτιαχνε το δικό του κουτάλι για να τρώει».
Το φαγητό καθόριζε ακόμη και τον τρόπο με τον οποίο έτρωγαν. Άλλοτε χρησιμοποιούσαν τα κουτάλια τους και άλλοτε έτρωγαν με τα χέρια. Για την οικογένεια, τίποτα δεν περίσσευε και τίποτα δεν ήταν δεδομένο.

Η φτώχεια και οι μικρές χαρές της καθημερινότητας
Τα παιδικά χρόνια της Ευανθίας σημαδεύτηκαν από την έλλειψη τροφής και τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε η οικογένεια. Η μητέρα της, ωστόσο, προσπαθούσε να αξιοποιεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο όσα είχε στη διάθεσή της, φροντίζοντας τα παιδιά της μέσα σε αντίξοες συνθήκες.
«Το φαγητό ήταν σπάνιο εκείνα τα χρόνια. Όταν μαγειρεύαμε σούπα, δεν είχε ουσιαστικά πολλά πράγματα μέσα και ήταν περισσότερο νερό παρά οτιδήποτε άλλο. Η μητέρα μου όμως προσπαθούσε πάντα να αξιοποιεί με τον καλύτερο τρόπο όσα είχε».
Ακόμη και οι πιο απλές στιγμές αποκτούσαν ιδιαίτερη σημασία. Η Ευανθία θυμόταν πως τα παιδιά περίμεναν με ανυπομονησία να γεννήσουν τα ζώα της οικογένειας, καθώς τότε θα υπήρχε γάλα για να πιούν.
Ήταν μια καθημερινότητα γεμάτη στερήσεις, στην οποία οι μικρές χαρές είχαν ξεχωριστή θέση. Η οικογένεια μάθαινε να ζει με λίγα, να εκτιμά όσα διέθετε και να βρίσκει τρόπους να αντιμετωπίζει τις δυσκολίες.
Η γιαγιά και το κουτάλι που πετούσε στα παιδιά
Ανάμεσα στις αναμνήσεις της Ευανθίας ξεχωρίζει και μια οικογενειακή ιστορία που αποτυπώνει τη ζωντάνια ενός σπιτιού γεμάτου παιδιά. Η γιαγιά της ήταν κατάκοιτη και τα εγγόνια της –όπως συμβαίνει συχνά με τα παιδιά– έπαιζαν, γελούσαν και έκαναν φασαρία. Εκείνη τους ζητούσε να ησυχάσουν, αλλά δεν κατάφερνε πάντα να επιβάλει την τάξη.
Η Ευανθία ήταν το μικρότερο από τα έξι παιδιά που είχαν επιβιώσει στην οικογένεια. Η γιαγιά συνήθιζε να της ζητά να της φέρει το ξύλινο κουτάλι. Όταν η μικρή υπάκουε, εκείνη το πετούσε προς τα υπόλοιπα αδέλφια, τραβώντας αμέσως την προσοχή τους.
Μια απρόσμενη κίνηση που έμενε στη μνήμη της μικρής Ευανθίας και έδινε στο κουτάλι μια ακόμη θέση στην οικογενειακή ιστορία.
Το ίδιο αντικείμενο που χρησίμευε στα καθημερινά γεύματα γινόταν, μέσα από αυτή την ανάμνηση, μέρος μιας σκηνής που συνδύαζε την παιδική αταξία με το χιούμορ της γιαγιάς.

Ένα κομμάτι της πατρίδας στη νέα της ζωή
Όταν η Ευανθία έφυγε για την Αυστραλία το 1958, το ξύλινο κουτάλι ήταν ένα από τα ελάχιστα υπάρχοντα που επέλεξε να πάρει μαζί της. Άφηνε πίσω την οικογένειά της και όλα όσα γνώριζε, για να ξεκινήσει μια νέα ζωή σε μια μακρινή χώρα.
Το κουτάλι, φτιαγμένο από τα χέρια του αδελφού της, είχε συνδεθεί με τα οικογενειακά γεύματα, τις στερήσεις, τις παιδικές αναμνήσεις και τους ανθρώπους που σημάδεψαν τη ζωή της.
Ήταν ένα μικρό αντικείμενο που χωρούσε μέσα του έναν ολόκληρο κόσμο.
Η ίδια συνόψισε την εμπειρία των παιδικών της χρόνων με μια φράση που αποτυπώνει όσα είχαν πραγματικά σημασία για την οικογένειά της:
«Δεν είχαμε πολλά τότε, αλλά το σπίτι ήταν πάντα γεμάτο αγάπη».
Για την Ευανθία Λέγγα, το ξύλινο κουτάλι ήταν ο δεσμός της με την Ελλάδα, την οικογένειά της και τα παιδικά της χρόνια. Ένα αντικείμενο που ταξίδεψε μαζί της στην Αυστραλία και διατήρησε ζωντανές τις αναμνήσεις μιας εποχής κατά την οποία τα υλικά αγαθά ήταν λίγα, αλλά η αγάπη των ανθρώπων αποτελούσε το πιο πολύτιμο απόκτημα.

















