Ο πόλεμος στο Ιράν, το κόστος ζωής και η φθορά της προεδρίας Τραμπ συναντιούνται στις κάλπες της 3ης Νοεμβρίου. Έναν μήνα πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ, οι Ρεπουμπλικάνοι αντιμετωπίζουν αυξανόμενη πίεση, με τους Δημοκρατικούς να διεκδικούν τον έλεγχο της Βουλής των Αντιπροσώπων, της Γερουσίας ή και των δύο σωμάτων.
Το αποτέλεσμα θα καθορίσει τις κοινοβουλευτικές ισορροπίες για την τελευταία διετία της θητείας του Ντόναλντ Τραμπ.
Θα επηρεάσει επίσης το περιθώριο του Λευκού Οίκου να χρηματοδοτεί τις διεθνείς επιλογές του και να εξασφαλίζει πολιτική στήριξη για έναν πόλεμο που έχει εξελιχθεί σε εσωτερικό εκλογικό πρόβλημα.
Από τον Περσικό Κόλπο στην καθημερινότητα των ψηφοφόρων
Η στρατιωτική σύγκρουση που ξεκίνησαν οι ΗΠΑ μαζί με το Ισραήλ έχει αποκτήσει άμεσο πολιτικό κόστος για τον Τραμπ, ο οποίος επέστρεψε στην εξουσία υποσχόμενος μείωση της ακρίβειας.
Σε έρευνα του Institute for Global Affairs, που πραγματοποιήθηκε μεταξύ 11 και 14 Αυγούστου σε 1.000 Αμερικανούς εκλογικής ηλικίας, οκτώ στους δέκα δήλωσαν ότι ο πόλεμος αύξησε το κόστος ζωής. Μόλις περίπου το ένα τρίτο ενέκρινε τον χειρισμό της σύγκρουσης από τον πρόεδρο, ενώ η δυσαρέσκεια ήταν ιδιαίτερα έντονη μεταξύ των ανεξάρτητων ψηφοφόρων.
Η ενεργειακή διάσταση εξηγεί τη σύνδεση. Στην πρόβλεψή της τον Σεπτέμβριο, η αμερικανική Υπηρεσία Πληροφοριών Ενέργειας (EIA) συνέδεε τους περιορισμούς στις εξαγωγές πετρελαίου από τη Μέση Ανατολή και τη μείωση των αποθεμάτων με τις υψηλές τιμές. Επισήμαινε επίσης τη στενότητα στην αγορά ντίζελ, που επιβαρύνει τις μεταφορές και την οικονομική δραστηριότητα.
Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ρωγμές
Η εθνική έρευνα του Emerson College Polling, στις 21-22 Σεπτεμβρίου, δίνει στους Δημοκρατικούς 53% έναντι 42% των Ρεπουμπλικάνων στην πρόθεση ψήφου για το Κογκρέσο. Μεταξύ των ισπανόφωνων ψηφοφόρων η διαφορά φτάνει στο 64% έναντι 31%, ενώ στους ανεξάρτητους στο 60% έναντι 31%.
Πρόκειται για ένδειξη του εθνικού πολιτικού κλίματος. Η μετατροπή της σε έδρες θα εξαρτηθεί από τις επιμέρους αναμετρήσεις, την προσέλευση και τον εκλογικό χάρτη κάθε πολιτείας.
Παράλληλα, δημοσκόπηση της Wall Street Journal καταγράφει την αποδοχή του Τραμπ στο 37%, το χαμηλότερο ποσοστό προέδρου πριν από ενδιάμεσες εκλογές στις μετρήσεις της εφημερίδας από το 1990.
Ο επικεφαλής των Δημοκρατικών στη Βουλή Χακίμ Τζέφρις προβλέπει ανάκτηση της πλειοψηφίας, υποστηρίζοντας ότι οι Αμερικανοί απορρίπτουν το αφήγημα των Ρεπουμπλικάνων του κινήματος MAGA.
Τι μπορεί να αλλάξει ένα Κογκρέσο υπό τους Δημοκρατικούς
Η απώλεια της πλειοψηφίας ακόμη και σε ένα Σώμα θα δυσκολέψει τη νομοθετική ατζέντα του Τραμπ και θα δώσει στους Δημοκρατικούς περισσότερα εργαλεία κοινοβουλευτικού ελέγχου. Οι έρευνες για τις αποφάσεις της κυβέρνησης και τις καταγγελίες διαφθοράς θα μπορούσαν να αυξήσουν την πίεση προς τον πρόεδρο και τους συνεργάτες του.
Στην εξωτερική πολιτική, κρίσιμο πεδίο είναι η χρηματοδότηση.
Το Κογκρέσο εγκρίνει τις πιστώσεις και μπορεί να θέτει περιορισμούς στη χρήση τους, επηρεάζοντας τους πόρους που διατίθενται για στρατιωτικές επιχειρήσεις. Παράλληλα όμως ο πρόεδρος διατηρεί τις εξουσίες του ως αρχιστράτηγος: η αλλαγή πλειοψηφίας δεν συνεπάγεται αυτόματα τερματισμό ενός πολέμου.
Ακόμα, η Γερουσία διαθέτειαρμοδιότητες στη συναίνεση για διπλωματικούς διορισμούς και για τις διεθνείς συνθήκες που της υποβάλλει ο πρόεδρος. Ένας διαφορετικός συσχετισμός μπορεί επομένως να αυξήσει τις απαιτήσεις διαπραγμάτευσης μέσα στην ίδια την Ουάσινγκτον.
Οι διαφωνίες για το Ιράν έχουν ήδη υπερβεί τα κομματικά όρια. Στις 23 Ιουνίου, η Γερουσία ενέκρινε με 50 ψήφους έναντι 48 μη δεσμευτικό ψήφισμα για τον τερματισμό στρατιωτικών επιχειρήσεων που δεν είχαν εγκριθεί από το Κογκρέσο, με τέσσερις Ρεπουμπλικάνους να συντάσσονται με τους Δημοκρατικούς.
Ρεπουμπλικάνοι παίρνουν αποστάσεις
Ο Τραμπ επιδιώκει να μετατρέψει τις εκλογές σε προσωπικό δημοψήφισμα. «Προσποιηθείτε ότι είμαι εγώ υποψήφιος», είπε σε υποστηρικτές του στο Ντάλας τον Σεπτέμβριο, ενώ έχει ξεκινήσει εκτεταμένη προεκλογική περιοδεία.
Ωστόσο, υποψήφιοι του κόμματός του ζητούν τερματισμό του πολέμου και περισσότερα μέτρα για το κόστος διαβίωσης. Η Ρεπουμπλικανή βουλευτής της Φλόριντα Μαρία Ελβίρα Σαλασάρ επέκρινε και τη μεταναστευτική πολιτική του, δηλώνοντας σε προεκλογικό βίντεο ότι ορισμένα μέτρα ήταν «υπερβολικά».
Η αποστασιοποίηση δείχνει το δίλημμα των υποψηφίων: χρειάζονται την κινητοποίηση της προεδρικής βάσης, αλλά και ψηφοφόρους που εμφανίζονται απογοητευμένοι από την κυβέρνηση.
Οι έδρες, το χρήμα και η διαδοχή
Ένα σαρωτικό κύμα υπέρ των Δημοκρατικών παραμένει αβέβαιο. Οι Ρεπουμπλικάνοι διαθέτουν οικονομικό προβάδισμα για την τελική διαφημιστική εκστρατεία, ενώ η αναχάραξη εκλογικών περιφερειών σε πολιτείες που ελέγχουν έχει περιορίσει τις έδρες της Βουλής που μπορούν ρεαλιστικά να διεκδικήσουν οι αντίπαλοί τους.
Στη Γερουσία, οι Δημοκρατικοί αναζητούν ευκαιρίες ακόμη και σε πολιτείες που κέρδισε ο Τραμπ το 2024, όπως το Τέξας, η Άιοβα, το Οχάιο και η Αλάσκα.
Οι κάλπες θα ανοίξουν παράλληλα τη συζήτηση για τη διαδοχή του. Η 22η Τροπολογία του αμερικανικού Συντάγματος απαγορεύει την εκλογή ενός προσώπου στην προεδρία περισσότερες από δύο φορές.
Για τους Ρεπουμπλικάνους, το αποτέλεσμα της 3ης Νοεμβρίου θα αποτελέσει και δοκιμασία για το πολιτικό μέλλον του MAGA: πόσο ισχυρή παραμένει η επιρροή του Τραμπ και ποιοι μπορούν να διεκδικήσουν τη συνέχεια, ενώ ο πόλεμος και η ακρίβεια αναδιαμορφώνουν τις προτεραιότητες των ψηφοφόρων.

















