Με σεβασμό και συγκίνηση πραγματοποιήθηκαν την Κυριακή 5 Απριλίου στο Ναύπλιο οι εκδηλώσεις για τον θρακικό ελληνισμό, μία ημέρα πριν από τη σημερινή, 6η Απριλίου, ημέρα μνήμης της Γενοκτονίας των Θρακών.
Οι εκδηλώσεις διοργανώθηκαν από την Περιφερειακή Ενότητα Αργολίδας και ξεκίνησαν με δοξολογία στον μητροπολιτικό ναό Αγίου Γεωργίου, χοροστατούντος του εφημέριου π. Παναγιώτη Κιντή.
Ακολούθησαν ομιλίες με ιστορικές αναφορές από τον διδάκτορα Ιστορίας Τάσο Χατζηαναστασίου και τον υποπτέραρχο ε.α. Νικόλαο Μπαμπαλή, πρόεδρο του Συλλόγου Θρακών Αργολίδας «Η Θράκη», οι οποίοι ανέδειξαν τις πτυχές των διωγμών και τη σημασία της ιστορικής μνήμης.



Στη συνέχεια τελέστηκε επιμνημόσυνη δέηση, ενώ οι εκδηλώσεις κορυφώθηκαν με την κατάθεση στεφάνων στο Μνημείο των Ηρώων της πόλης, όπου τηρήθηκε ενός λεπτού σιγή.
Στεφάνια κατέθεσαν εκπρόσωποι της κυβέρνησης, της Βουλής, της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, των Ενόπλων Δυνάμεων, των Σωμάτων Ασφαλείας και τοπικών συλλόγων.
Ο υφυπουργός Γιάννης Ανδριανός, που εκπροσώπησε την κυβέρνηση, υπογράμμισε ότι η ημέρα αποτελεί στιγμή τιμής και ευθύνης για τη διατήρηση της ιστορικής μνήμης, ενώ έκανε λόγο για την ανάγκη να μεταδοθεί στις επόμενες γενιές το παράδειγμα αντοχής και δημιουργίας του θρακικού ελληνισμού.
Η τελετή ολοκληρώθηκε με την ανάκρουση του Εθνικού Ύμνου, σε κλίμα συγκίνησης.
Το ιστορικό βάρος της ημέρας
Η 6η Απριλίου καθιερώθηκε μόλις πέρσι ως ημέρα μνήμης για τη Γενοκτονία του θρακικού ελληνισμού, ωστόσο για τους Θρακιώτες αποτελεί διαχρονικά σημείο αναφοράς, καθώς συνδέεται με το «Μαύρο Πάσχα» του 1914.
Τότε, οι διώξεις σε βάρος των Ελλήνων της Ανατολικής Θράκης πέρασαν σε νέα φάση.
Ο ιστορικός Κωνσταντίνος Βακαλόπουλος έχει σημειώσει με έμφαση ότι «αφετηρία των διωγμών και της Γενοκτονίας του ελληνισμού της Μικράς Ασίας, και αργότερα του Πόντου, υπήρξε ο χώρος της Ανατολικής Θράκης. Εκεί δοκίμασαν και εφάρμοσαν για πρώτη φορά το μοντέλο των μετατοπίσεων (και διωγμών) των ελληνικών πληθυσμών και των εθνικών εκκαθαρίσεων, εκεί επέβαλαν τη γενοκτονική τους συμπεριφορά και εκεί αξιοποίησαν τα θλιβερά αποτελέσματα των πειραμάτων τους, ώστε να τα επεκτείνουν σχεδόν αμέσως στη Δυτική Μικρασία και αργότερα στον Πόντο».
Κατά την περίοδο 1913-1917 υπολογίζεται ότι 232.000 Θρακιώτες εξαναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις εστίες τους. Άλλοι 96.000, από τη Μακρά Γέφυρα, τη Μάδυτο, την Καλλίπολη, τις Σαράντα Εκκλησιές, τη Ραιδεστό, το Σκοπό και αλλού, οδηγήθηκαν στη Μικρά Ασία, σε καταναγκαστικά έργα.
















