Οι ιστορίες των προγόνων μας, η ιστορία των οικογενειών μας που ήρθαν από τις αλησμόνητες Πατρίδες, συνθέτουν ως μικρές ψηφίδες το μεγάλο ψηφιδωτό της μακραίωνης ιστορίας του ελληνισμού της καθ’ ημάς Ανατολής. Είναι εκείνα τα γεγονότα που σημάδεψαν τις αρχές του προηγούμενου αιώνα και ξερίζωσαν τους παππούδες και τις γιαγιάδες μας από την πανάρχαιες εστίες τους.
Κι αν η πρώτη γενιά προσφύγων έφυγαν για τις αιώνιες μονές, εμείς τα κλαδιά τους, οι απόγονοι τρίτης, τέταρτης και πέμπτης τώρα πια γενιάς, δεν παύουμε να τους θυμόμαστε και να τους τιμάμε. Καθετί που μας άφησαν, μια φωτογραφία, ένα ρούχο τους, ένα αντικείμενο της καθημερινότητάς τους που το «έσωσαν» από τη μεγάλη χαλαμονή (καταστροφή) είναι πολύτιμο και το φυλάμε ως κόρη οφθαλμού.
Ένα τέτοιο αντικείμενο είναι και το χαλί του Άκη (Ιωακείμ) Χαμαμτζόγλου που το κληρονόμησε από την Πόντια γιαγιά του Όλγα Σιταρίδου το γένος Κυριακίδου.
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με την σειρά…
Πριν από λίγο καιρό ο Άκης Χαμαμτζόγλου, μηχανικός, με καταγωγή από την πλευρά του πατέρα του από την Σμύρνη της Μ. Ασίας και την Καλλίπολη της Ανατολικής Θράκης και από την πλευρά της μητέρας του από την Αργυρούπολη και το Ερζερούμ του Πόντου, επικοινώνησε μαζί μας ζητώντας πληροφορίες για το βιβλίο Έξι Αργυρουπολίται ένα μήνα εις τον Πόντο στο οποίο στηρίχθηκαν τα άρθρα μας Έξι Αργυρουπολίται ένα μήνα εις τον Πόντον: Η επιστροφή έξι φίλων, προσφύγων πρώτης γενιάς, στον Πόντο μετά τον αναγκαστικό ξεριζωμό τους (Μέρος Α’) και Έξι Αργυρουπολίται ένα μήνα εις τον Πόντον: Η διαδρομή Τραπεζούντα-Αργυρούπολη με μια μαύρη Μπιούικ (Μέρος Β’), που είχε διαβάσει στο Pontos News. Υπήρχε αναφορά στο σπίτι της οικογένειάς του, στη Χουτουρά της Αργυρούπολης. Στη συζήτηση που είχαμε ο Άκης Χαμαμτζόγλου μοιράστηκε την ιστορία της ποντιακής οικογένειάς του.

κ. Χαμαμτζόγλου πείτε μας για την ιστορία της οικογένειά σας.
Η γιαγιά μου και ο παππούς μου ζούσαν στο Ερζερούμ όπου υπήρχε μια σχετικά μικρή ελληνική κοινότητα. Ο παππούς μου ο Νικόλαος Σιταρίδης του Ιωάννη και της Δέσποινας (Ποινή) είχε γεννηθεί στην Χουτουρά της Αργυρούπολης. Η μητέρα του Ποινή το γένος Αποστολίδη ήταν κόρη μιας επιφανούς αργυρουπολίτικης οικογένειας.
Ο αδελφός της Δημήτριος Αποστολίδης διατέλεσε δήμαρχος της Αργυρούπολης και ήταν εκείνος που υποδέχθηκε τους Ρώσους όταν μπήκαν στην πόλη[1].
Οι Έλληνες του Πόντου έβλεπαν τους Ρώσους ως απελευθερωτές από τον οθωμανικό ζυγό. Ήταν απόφοιτος της Μεγάλης του Γένους Σχολής και υπήρξε καθηγητής του Φροντιστηρίου Αργυρουπόλεως. Αρθρογραφούσε σε πολλές ποντιακές εφημερίδες και στο περιοδικό Φιλολογική Δράσις. Όταν ήρθε στην Ελλάδα τοποθετήθηκε ως υποδιοικητής στην επαρχία Παιονίας του νομού Κιλκίς (Γουμένισσα) και κατόπιν νομάρχης Χαλκιδικής.
Την γιαγιά μου Όλγα Κυριακίδου του Ιωάννη την γνώρισε ο παππούς μου Νίκος κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας. Ο παππούς μου ήταν γεννημένος το 1888-1889 και το 1910 κατατάχθηκε υποχρεωτικά στον οθωμανικό στρατό. Βέβαια δεν υπηρέτησε πολύ καιρό, γιατί εξαγόρασε τη θητεία του πληρώνοντας το Bedel-I Askeri (στρατιωτικό αντίτιμο). Στη διάρκεια όμως αυτών των τεσσάρων-πέντε μηνών της θητείας του που βρισκόταν στο Ερζερούμ, γνώρισε την γιαγιά μου Όλγα η οποία αν και είχε γεννηθεί το 1891 στο Ερζερούμ, η καταγωγή της οικογένειάς της ήταν και αυτής από Αργυρούπολη.

Στο Ερζερούμ η οικογένεια της γιαγιάς μου διατηρούσε ένα εμπορικό κατάστημα που πουλούσε κλωστές και είδη ραπτικής. Ο παππούς και η γιαγιά αρραβωνιάστηκαν το 1910 και παντρεύτηκαν το 1913. Έζησαν στο Ερζερούμ μέχρι το 1916, χρονολογία που οι Ρώσοι προέλασαν στον Πόντο και οι Οθωμανοί ανάγκασαν τους Ρωμιούς να μετακινηθούν ξανά. Τότε γύρισαν πίσω στη Χουτουρά.
Τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν μετά είναι γνωστά. Το 1918 με την συνθηκολόγηση οι Ρώσοι αποσύρθηκαν και άφησαν τον Ανατολικό Πόντο ξανά στα χέρια των Οθωμανών. Έτσι οι Έλληνες φοβούμενοι πως οι Οθωμανοί θα «ξεσπούσαν» απάνω τους γιατί είχαν συμμαχήσει με τους Ρώσους και στήριξαν την προέλασή τους στρατιωτικά αλλά και εκδηλώνοντας τον ενθουσιασμό τους, αναγκάστηκαν να φύγουν από τα μέρη τους. Πήγαν στο Καρς και έπειτα το 1921 παίρνοντας το καράβι από το Βατούμ ήρθαν στην Ελλάδα, πέρασαν την καραντίνα στην Καλαμαριά και εγκαταστάθηκαν στη Θεσσαλονίκη.

Οι πρόσφυγες του Καυκάσου ήρθαν λίγο πριν από την ανταλλαγή των πληθυσμών και αντιμετώπισαν πρώτοι τις δύσκολες συνθήκες που βρήκαν στην Ελλάδα. Οι δικοί μου εγκαταστάθηκαν στην Χαριλάου και εκεί έζησαν όλα τους τα χρόνια. Η γιαγιά μου πέθανε το 1986. Λίγα χρόνια πριν εγκαταλείψει αυτόν τον κόσμο και την ταραγμένη ζωή που έζησε, της έδωσαν στα τέλη της δεκαετίας του ‘70 ένα μικρό οικόπεδο στην Καλαμαριά ως αποζημίωση για τη μεγάλη περιουσία που έχασαν στον Πόντο. Όλα της τα χρόνια στην Ελλάδα τα έζησε στην οδό Ιατρού Πεντζίκη που σήμερα ονομάζεται Γεωργίου Σεφέρη πάνω από το γήπεδο του Άρη, στα λεγόμενα «προσφυγικά» της Χαριλάου. Εκεί γεννήθηκα κι εγώ.
Τι θυμάστε από τότε;
Θυμάμαι πως η γιαγιά μας η Όλγα σε ηλικία εβδομήντα και πλέον χρόνων, κρατούσε τα βιβλία μας, το δικό μου και της αδελφής μου και μας «εξέταζε». Όταν δε γίναμε μαθητές Γυμνασίου και θα δίναμε εξετάσεις, η γιαγιά μας μάς βοηθούσε στο μάθημα των Αρχαίων Ελληνικών και των Γαλλικών. Η αδελφή μου Όλγα που έχει το όνομα της γιαγιάς μας, σπούδασε φιλολογία και νομική. Η βοήθεια της γιαγιάς μας, απόφοιτης του Παρθεναγωγείου, «έπιασε» τόπο! Εγώ πάλι στράφηκα προς τις θετικές επιστήμες και σπούδασα στο Πολυτεχνείο.
Θυμάμαι το χαλί που συχνά παίζαμε επάνω του. Το είχε φέρει από τον Πόντο. Ήταν από τα λίγα πράγματα που κατάφεραν να σώσουν.
Πείτε μας την ιστορία του
Πρόκειται για ένα χειροποίητο περσικό χαλί, φτιαγμένο από την φυλή Qashqai (Κασκαΐ) του νοτιοδυτικού Ιράν. Το βρήκα σχεδόν έτοιμο να αποσυνθεθεί σε μια αποθήκη μετά από χρόνια όταν πια είχε πεθάνει η γιαγιά μου. Δεν είχα ανάγκη κάποιο αντικείμενο για να τη θυμάμαι, αλλά αυτό επειδή κουβαλούσε όλη την ιστορία των δικών μου, τον ξεριζωμό από τον Πόντο, αποφάσισα να το πάρω και να του ξαναδώσω ζωή. Βρήκα κάποιον Πέρση ονόματι Sadegh Rostami, επισκευαστή χαλιών, που είχε παντρευτεί μια Καλαματιανή και είχε εγκατασταθεί μόνιμα στην Ελλάδα. Ο Rostami μου είπε πως οι γυναίκες της φυλής Qashqai κατασκεύαζαν αυτά τα μάλλινα χαλιά με φυτικά χρώματα και τα διακοσμούσαν με φυτικά μοτίβα που απεικόνιζαν φύλλα δέντρων και φυτών της περιοχής τους. Εμπιστεύτηκα τον «πολύτιμο θησαυρό» με την μεγάλη συναισθηματική αξία στον ειδικό και εκείνος μου το επέστρεψε καινούργιο! Είχε διορθώσει τα κρόσσια, το ρέλι, είχε ξαναπλέξει τις βλάβες στο πέλος με πέντε διαφορετικά κόκκινα χρώματα και τρία μπλε.

Περιγράψτε μας το χαλί που έφερε η γιαγιά σας από το Ερζερούμ του Πόντου
Είναι ένα σχετικά μικρό χαλί διαστάσεων 1,30Χ1,00 m. Έχει υφανθεί σε οριζόντιο αργαλειό. Πριν το υφάνει η δημιουργός του, η γυναίκα της φυλής Qashqai, και του δώσει τα όμορφα σχέδια, έβαψε έπλυνε και στέγνωσε το μαλλί που χρησιμοποίησε.
Στη μέση σχεδίασε ένα «μενταγιόν» με μια μικρή προεξοχή για να δείχνει προς τη Μέκκα, καθώς αυτά τα χαλιά λόγω του μικρού τους μεγέθους τα χρησιμοποιούσαν οι νομάδες για «προσευχή».
Μάλλον ταξίδεψε στο Ερζερούμ με καμήλες (μας μιλούσε συχνά η γιαγιά μου για τις καμήλες και τους καμηλιέρηδες που περνούσαν από το Ερζερούμ), όπου και αγοράστηκε από την οικογένειά μας.
Μετά τον διωγμό από το Ερζερούμ το χαλί πάνω σ’ ένα παϊτόνι μαζί με όσες οικοσκευές μπορούσαν να μεταφερθούν, ταξίδεψε στα παγωμένα υψίπεδα της Ανατολίας και της Αρμενίας, στο δρόμο προς το Αρνταχάν και το Καρς. Εγκατέλειψε με χιλιάδες άλλους πρόσφυγες του Ανατολικού Πόντου για πάντα τα πάτρια εδάφη. Μπήκε, σε κάποιο καράβι φορτωμένο με χιλιάδες βασανισμένες και ταλαιπωρημένες ψυχές και ξεκίνησε από το λιμάνι του Βατούμ στη σκοτεινή Μαύρη Θάλασσα προς το φως του Αιγαίου και της Ελλάδας. Πάντα εκεί, να προστατεύει από την υγρασία της θάλασσας, να ζεσταίνει από το κρύο του μεταλλικού και βρώμικου καταστρώματος.
Έφτασε στην Ελλάδα μαζί με τους ιδιοκτήτες του και στρώθηκε σε διάφορα σπίτια όπου βρήκαν καταφύγιο.
Μέχρι το σπίτι στη Χαριλάου της Θεσσαλονίκης, όπου η αδελφή μου θυμάται το χαλί στρωμένο στο δωμάτιο της γιαγιάς. Πάντα εκεί, να ζεσταίνει στους κρύους χειμώνες και να μοιράζει θαλπωρή.

Τι απέγινε τελικά αυτό το πολύτιμο κειμήλιο που συνυφάνθηκε με την ιστορία της οικογένειάς σας;
Αυτό το χαλί το έχω πια δίπλα στο κρεβάτι μου. Σηκώνομαι πάνω του κάθε πρωί και πατώ εκατό χρόνια ιστορίας. Διανύω χιλιάδες χιλιόμετρα σε δρόμους και θάλασσες και βλέπω αγαπημένα μου πρόσωπα που έχουν φύγει πια εδώ και χρόνια. Και κάπου εκεί πλέκομαι κι εγώ στα υφάδια του, γίνομαι μια ασήμαντη κουκίδα στα μοτίβα του, ένα φύλλο στο δέντρο της ψυχής του. Για εκείνον που θα το πατά χρόνια μετά και ίσως θα έχει αυτό το χαλί για να με θυμάται!
Αλεξία Ιωαννίδου
















