Ο Maçkalı Hasan γεννήθηκε το 1912 στο χωριό Örnekalan (παλιά ελληνική ονομασία: Μαγουρά), στην επαρχία της Ματσούκας στην Τραπεζούντα. Ήταν ο μεγαλύτερος από τα επτά παιδιά του Ιbrahim Bey και της Ayşe Hanım. Ο Hasan πήγε στο σχολείο μόνο μέχρι τη Γ’ δημοτικού, καθώς η οικογένειά του ήταν πολύ φτωχή. Σε ηλικία 9 ετών έχασε το δεξί του μάτι σε ατύχημα, με συνέπεια να φορά προσθετικό – έτσι απέκτησε το προσωνύμιο Tunç, δηλ. μπίλια.
Δούλευε πολύ από μικρός, για να βοηθά την οικογένειά του. Μετέφερε κάρβουνο από τα χωριά της Ματσούκας με ένα γαϊδουράκι για να το πουλά στην Τραπεζούντα. Επίσης βοηθούσε τη μητέρα του στη βοσκή στα παρχάρια.
Από 12-13 ετών τραγουδούσε και έπαιζε λύρα. Ήταν αυτοδίδακτος, δεν γνώριζε τη μουσική σημειογραφία. Ακολουθούσε το ιδιαίτερο μουσικολογικό ύφος της Ματσούκας, και συγκεκριμένα την παράδοση του χωριού του.
Οι χωρικοί της Μαγουράς δεν επηρεάστηκαν από την ανταλλαγή των πληθυσμών, καθώς ήταν μουσουλμάνοι και συνεπώς συνέχισαν αδιάκοπα τον κοινωνικό και πολιτιστικό τους βίο. Έτσι ο Hasan έμαθε να παίζει με τον δύσκολο τρόπο – τον παραδοσιακό. Μάλιστα τη λύρα του την είχε κατασκευάσει ο ίδιος, με τα χέρια του.
Ως έφηβος έπαιζε και τραγουδούσε μαζί με φίλους, οι πιο γνωστοί εκ των οποίων είναι οι Salim Akpınar (Kastoroğlu) και Fehmi Alan (Kuru Fehmi) από τη Σπέλια (νυν Ocaklı) της Ματσούκας.
Λέγεται ότι ο Hasan κληρονόμησε τον μελαγχολικό τρόπο με τον οποίο ερμήνευε από τη μητέρα του.
Το 1930, σε ηλικία 17-18 ετών, ο Maçkalı Hasan φεύγει από το χωριό του για την «ξενιτιά», όπως πολλοί άλλοι Ματσουκαίοι – και Μαυροθαλασσίτες γενικότερα. Την εποχή εκείνη όταν στη Μαύρη Θάλασσα έλεγαν το απροσδιόριστο «ξενιτιά», εννοούσαν την Κωνσταντινούπολη.
Ειδικά όσον αφορά τους Ματσουκαίους, όποιος μετέβαινε εκεί για δουλειά επέλεγε ένα τα τρία επαγγέλματα: παπλωματοποιός, καλαθοποιός ή χαλκουργός. Ακόμα και σήμερα, σημαντικό ποσοστό των λυράρηδων της Πόλης είναι παπλωματοποιοί.
Στην Κωνσταντινούπολη ο Maçkalı Hasan ξεκίνησε να εργάζεται ως μαθητευόμενος στο κατάστημα παπλωμάτων του πατέρα του, ο οποίος είχε μεταβεί εκεί αρκετά νωρίτερα. Εκεί παντρεύεται για πρώτη φορά, σε ηλικία 25 ετών με τη Havva με την οποία απέκτησαν έναν γιο. O γάμος δεν κράτησε πολύ και ξαναπαντρεύτηκε την Emine, με την οποία απέκτησε δύο κόρες και έναν γιο.
Στη γειτονιά όπου δούλευε τύχαινε να ζει η μεγάλη τραγουδίστρια Hamiyet Yüceses. Μια μέρα, καθώς η εκείνη περνούσε από τη γειτονιά, άκουσε κάποιον να παίζει λύρα και να τραγουδά μέσα σε ένα κατάστημα παπλωμάτων.
Η Hamiyet φυσικά είχε ξανακούσει Μαυροθαλασσίτες να παίζουν, αλλά κανέναν άλλον με αυτό το βαθύ και μυστηριακό ύφος.
Μπήκε μέσα, γνωρίστηκε με τον Hasan και αμέσως του πρότεινε να παίξει για το Ραδιόφωνο της Κωνσταντινούπολης. Φύση ταπεινή, ο Hasan αρχικά δίστασε, αλλά η μεγάλη κυρία του τουρκικού τραγουδιού ήδη είχε αποφασίσει.
Η γνωριμία αυτή δεν θα έφερνε μόνο τη λύρα της Μαγουράς στη μουσική σκηνή της Τουρκίας. Με τις διασυνδέσεις της η Hamiyet βρήκε μια καλύτερη δουλειά στον Hasan, ο οποίος προσλαμβάνεται ως υπάλληλος νοσοκομείου – μια δουλειά στην οποία ο λυράρης έμεινε μέχρι τη συνταξιοδότησή του, το 1973.
Αρνήθηκε να βιοπορίζεται από τη μουσική ενώ θα μπορούσε, επειδή το θεωρούσε ανήθικο.
Το παίξιμο και η ερμηνεία του είναι ιδιαίτερα και αποπνέουν μια βαθιά κατάθεση ψυχής – προπαντός είναι παραδοσιακά.
Το «άτσαλο» –για τα αυτιά πολλών σύγχρονων– παίξιμό του είναι αυθεντικό, και ίδιο με των χριστιανών Πόντιων λυράρηδων της λεγόμενης «πρώτης γενιάς» στην Ελλάδα.
Οι σκοποί του μας είναι οικείοι, όπως το παρακάτω τίκ’ Ματσούκας, το οποίο έχει μελοποιήσει στην Ελλάδα ο αείμνηστος Πόλιος Παπαγιαννίδης:
Οικείος στην Ελλάδα είναι και ο «σκοπός Τσαμουραλί», τον οποίο ο Maçkalı Hasan απέδιδε με τον δικό του τρόπο:
Για το Ραδιόφωνο της Κωνσταντινούπολης ο Maçkalı Hasan έπαιξε και μόνος και με άλλους και ηχογράφησε μερικούς δίσκους βινυλίου για την εταιρεία Odeon.
Τραγούδησε αποκλειστικά στα τουρκικά. Συνεργάστηκε με μεγάλα ονόματα, όπως οι: Sadi Yaver Ataman, Cemile Cevher, Ahmet Yamacı, Fatma Türkan Yamacı, Ömer Akpınar και Metin Eryürek. Μαζί τους ανέπτυξε στενές φιλικές σχέσεις, και ιδίως με την Cemile Cevher, με την οποία συνέθεσαν και ηχογράφησαν τραγούδια και έδιναν συναυλίες σε διάφορα μέρη.
Ένα γεγονός που ο Hasan Tunç δεν θα ξεχνούσε ποτέ στην καλλιτεχνική του πορεία είναι η κλήση που του έγινε από την αστυνομία, να παίξει στο Παλάτι Beylerbey το 1933. Σε ερώτησή του γιατί τον καλούν, οι αστυνομικοί του απάντησαν: «Τώρα δεν μπορούμε να σας το πούμε, αλλά θα περάσουμε να σας πάρουμε το βράδυ. Θα σας πούμε μόλις φθάσουμε, μόνο μην ξεχάσετε να πάρετε τη λύρα σας».
Πράγματι, πήγαν το ίδιο βράδυ και τον πήραν με το αυτοκίνητο, για το παλάτι. Όταν μπήκαν στην αίθουσα, απέναντί τους καθόταν ο Μουσταφά Κεμάλ. Ο Hasan, ένας χωρικός της Ματσούκας, σάστισε από το θέαμα και έχασε τη μιλιά του. Δεν ήταν μακριά τα χρόνια κατά τα οποία την ποντιακή λύρα την θεωρούσαν όργανο των απίστων.
Ωστόσο τον καθησύχασε το γεγονός ότι στην ίδια αίθουσα είδε μέλη του χορευτικού Soldoy Horon από τη Ματσούκα, ο επικεφαλής των οποίων του είπε: «Σήμερα είναι μια πολύ σημαντική μέρα. Θα χορέψουμε μπροστά στον Ατατούρκ!».
Οι χορευτές απέδωσαν μια μορφή σέρρας υπό τον ήχο της λύρας του Hasan και έφυγαν συνοδευόμενοι από χειροκροτήματα. Όταν ο ίδιος σηκώθηκε για να αποχωρήσει, ένας αξιωματικός του έκανε νεύμα να καθίσει στη θέση του. Του ζήτησαν να παίξει οτιδήποτε, και εκείνος αυτοσχεδίασε.
Ο Μουσταφά Κεμάλ, που έμεινε πολύ ευχαριστημένος, αντιλήφθηκε ότι ο καλλιτέχνης ένιωθε άβολα, και έτσι στο τέλος τον κάλεσε κοντά του και του είπε: «Παίζε, παίζε, παιδί μου, παίζε. Οι μελωδίες της Μαύρης Θάλασσας είναι οι εθνικές μας μελωδίες».
Ο Maçkalı Hasan Tunç διέκοψε τη ραδιοφωνική του παρουσία τη δεκαετία του 1960, και δώρισε τη λύρα του στο μουσείο του Ραδιοφώνου Κωνσταντινούπολης. Το 1983 βραβεύτηκε από το υπουργείο Πολιτισμού της Τουρκίας για τη συμβολή του στον πολιτισμό της Μαύρης Θάλασσας και στη λαϊκή μουσική.
Απεβίωσε την 1η Μαΐου 1986 από καρδιακή προσβολή ενώ επέστρεφε στο σπίτι του – τάφηκε στο νεκροταφείο του Γιεντικουλέ σε οικογενειακό τάφο.
Ο Maçkalı Hasan Tunç ήταν μια μορφή σοβαρή, σεμνή και χαμηλών τόνων. Έπαιζε ιδιωτικά στο σπίτι, για το ραδιόφωνο και σε επίσημες περιστάσεις.
Δεν δεχόταν να παίζει για να διασκεδάζει τον κόσμο κατά παραγγελία ή σε χοροεσπερίδες.
Είναι ενδιαφέρον το γεγονός ότι το απόγειο της καλλιτεχνικής του δόξας δεν ήταν η συνεργασία με τους μεγάλους της τουρκικής σκηνής, ούτε το ραδιόφωνο, ούτε καν η συνάντηση με τον Μουσταφά Κεμάλ.
Η πραγματική αναγνώρισή του έγινε μετά θάνατον – και ιδίως στις μέρες μας, που όλο και περισσότεροι ερευνητές και οι ακροατές αναζητούν τον ξεχασμένο, αλλά όχι χαμένο, θησαυρό της αυθεντικότητας και της παράδοσης.
















