Δεν ήταν μια μετανάστευση ανάγκης, ούτε μια φυγή χωρίς σχέδιο. Οι Έλληνες που τον 19ο αιώνα βρέθηκαν στο Βλαδικαυκάς (η παλιά ονομασία ήταν Ορτζονικίτζε, σήμερα είναι η πρωτεύουσα της Βόρειας Οσετίας – Αλανίας), πήγαν με δεξιότητες, με εμπειρία και με ξεκάθαρη πρόθεση να εργαστούν και να προοδεύσουν. Στον βόρειο Καύκασο δεν αναζήτησαν απλώς καλύτερες συνθήκες ζωής· συμμετείχαν ενεργά στη διαμόρφωση μιας πόλης που χτιζόταν, ενσωματώθηκαν στην τοπική κοινωνία και δημιούργησαν μια ισχυρή ποντιακή διασπορά με διάρκεια μέσα στη Ρωσική Αυτοκρατορία.
Αυτό που ξεχωρίζει στην περίπτωση του ελληνισμού του Βλαδικαυκάς δεν είναι μόνο η επαγγελματική επιτυχία, αλλά ο τρόπος με τον οποίο η προκοπή αυτή μετατράπηκε σε συνειδητή «επιστροφή» στον γενέθλιο τόπο, ως ευεργέτες της Παιδείας και την Εκκλησίας.
Ήδη από τις αρχές του 19ου αιώνα, οι Έλληνες του Πόντου ήταν γνωστοί στην περιοχή της Οσετίας για τις τεχνικές τους δεξιότητες. Οι ρωσικές Αρχές, στο πλαίσιο της ανοικοδόμησης και οργάνωσης της πόλης του Βλαδικαυκάς, κάλεσαν μεταλλουργούς και τεχνίτες για να συμβάλουν στα μεγάλα δημόσια έργα που βρίσκονταν σε εξέλιξη.
Ανάμεσά τους ξεχώρισαν οι αρχιμάστορες από την Αργυρούπολη, οι οποίοι διέθεταν εξαιρετική γνώση στην επεξεργασία της πέτρας και του μετάλλου.

Δεν επρόκειτο για περιστασιακή απασχόληση, αλλά για συστηματική εργασία μεγάλης κλίμακας. Δρόμοι, γέφυρες, δημόσια κτήρια και εκκλησίες της πόλης φέρουν έως σήμερα την «υπογραφή» αυτών των Πόντιων τεχνιτών, αποτυπώνοντας μια παρουσία που συνδέθηκε άμεσα με τη διαμόρφωση του αστικού τοπίου. Ακόμη και σήμερα, όποιος επισκεφθεί το Βλαδικαυκάς μπορεί να διακρίνει στοιχεία αυτής της οικοδομικής δραστηριότητας, που αποτέλεσε και μέσο κοινωνικής ενσωμάτωσης και αναγνώρισης.
Κυρίαρχη ήταν η παρουσία της ομάδας με επικεφαλής τον Σπυρίδωνα Τσεκάλοβ, η οποία συμμετείχε στην κατασκευή του Στρατιωτικού Δρόμου της Γεωργίας, ενός έργου στρατηγικής σημασίας για τη σύνδεση του Καυκάσου με τη νότια Ρωσία. Το 1827 οι εργασίες έφτασαν στο κάστρο του Βλαδικαυκάς και οι Έλληνες αυτοί, όλοι καταγόμενοι από την Αργυρούπολη του Πόντου, βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή της ανοικοδόμησης.
Οι ίδιοι αποτέλεσαν τον πυρήνα της ελληνικής κοινότητας, γύρω από τον οποίο αναπτύχθηκαν οικογενειακά και επαγγελματικά δίκτυα.


Οι δουλειές ήταν πολλές και η φιλική στάση των ντόπιων πληθυσμών ενίσχυσε τη θέληση των Ελλήνων να παραμείνουν μόνιμα στο Βλαδικαυκάς. Η κοινότητα άρχισε να μεγαλώνει σταδιακά, διατηρώντας στενούς δεσμούς συγγένειας και αλληλεγγύης. Σημαντικό ρόλο έπαιξε η συνεχής επικοινωνία με τον Πόντο, τόσο μέσω επισκέψεων όσο και μέσω εμπορικών και οικογενειακών επαφών.
Η διαδρομή Τραπεζούντα-Αχάλτσιχε-Τιφλίδα-Βλαδικαυκάς ήταν γνωστή και συχνά χρησιμοποιούμενη από τους Έλληνες. Μετά τον Ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1828-1829, η μετακίνηση έγινε ασφαλέστερη και ευκολότερη. Από την Τραπεζούντα έφθαναν διά θαλάσσης στο Βατούμ, συνέχιζαν με τρένο μέχρι την Τιφλίδα μέσω του Κουτάισι, και από εκεί με κάρα, μέσω του Στρατιωτικού Δρόμου της Γεωργίας, κατευθύνονταν προς το Βλαδικαυκάς.

Οι περισσότεροι προέρχονταν από το βιλαέτι της Τραπεζούντας, και συγκεκριμένα από την Αργυρούπολη, την Τραπεζούντα και δεκάδες χωριά της ποντιακής ενδοχώρας. Μαζί τους μετέφεραν γλώσσα, ήθη, κοινοτικές πρακτικές και έντονη αίσθηση συλλογικής ευθύνης. Πολλοί φρόντιζαν τα παιδιά τους να αποκτήσουν ρωσική μόρφωση, θεωρώντας την παιδεία βασικό εργαλείο κοινωνικής ανόδου, χωρίς όμως να αποκοπούν από την ελληνική ταυτότητα.
Φιλότιμοι, φιλόμουσοι, εθνικόφρονες και συνεπείς στις συναλλαγές τους, πολλοί Έλληνες του Βλαδικαυκάς προόδευσαν στο εμπόριο και στον επιχειρηματικό τομέα. Δημιούργησαν οικονομική επιφάνεια και κύρος, με στόχο –όπως χαρακτηριστικά έχει αναφέρει ο Γεώργιος Κανδηλάπτης (Κάνις), ο Αργυρουπολίτης λόγιος, δημοσιογράφος και εκπαιδευτικός – να πλουτίσουν έντιμα στην ξενιτιά και να βοηθήσουν οικονομικά τα σχολεία τους και τους ναούς τους.
Και πράγματι, η οικονομική αυτή επιτυχία δεν έμεινε χωρίς αντίκρισμα για τον Πόντο.

Χαρακτηριστική είναι η οικονομική ενίσχυση που απέστειλαν οι Έλληνες του Βλαδικαυκάς στην Τραπεζούντα για την ανοικοδόμηση του Φροντιστηρίου της, του κορυφαίου εκπαιδευτικού ιδρύματος του ποντιακού ελληνισμού.
Το 1901 εξελέγη και απεστάλη στον Καύκασο επιτροπή από τον Πόντο, αποτελούμενη από τους Γεώργιο Φωστηρόπουλο και Κωνσταντίνο Βελισσαρίδη, με σκοπό την οικονομική ενίσχυση των εργασιών.
Από το Βλαδικαυκάς συγκριμένα συγκεντρώθηκε το ποσό των 1.274 ρουβλίων, συμβάλλοντας ουσιαστικά στην ολοκλήρωση του νέου μεγαλοπρεπούς κτηρίου του Φροντιστηρίου, όπως αναφέρει ο Αντώνης Χ. Τερζόπουλος στο έργο του Η ανοικοδόμησις του Φροντιστηρίου Τραπεζούντος.
Αναλυτικά, έδωσαν: «Πάνος (Πανίκας) Μαραντίδης – 500, Σοφία Μιχαήλοβ – 100, Αλεξάνδρα Ιωσηφάντοβ – 100, Ιωάννης Μαρτακίδης – 100, Κωνσταντίνος Πατσουβας – 100. Και ακόμα 22 Έλληνες προσέφεραν μικρότερα ποσά, σύνολο – 374».
Παράλληλα, μέλη της ελληνικής κοινότητας συγκαταλέγονται στους ευεργέτες για τη συντήρηση της Μονής του Αγίου Ιωάννη Βαζελώνος, ενός από τα σημαντικότερα μοναστικά κέντρα του Πόντου.
Στον Απολογισμό της εν Ρωσσία περιοδευσάσης Μοναστηριακής Επιτροπής «Βαζελώνος», ο αρχιμανδρίτης Πανάρετος και ιεροδιάκονος Διονύσιος κατέγραψαν τα ονόματα των δωρητών, με τα ποσά (σε ρούβλια) που καταβλήθηκαν στις 4 Δεκεμβρίου:

Στο Βλαδικαυκάς συγκροτήθηκε έτσι μια ισχυρή και οργανωμένη ελληνική κοινότητα, η οποία συντηρούσε δύο εκκλησίες (Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης και Κοίμησης της Θεοτόκου), καθώς και ένα ελληνικό σχολείο. Ο ναός της Κοίμησης (που ήταν περισσότερο γνωστός ως Ελληνική Εκκλησία) και το ενοριακό επτατάξιο σχολείο που στέγασε, κατασκευάστηκαν από τον Παναγιώτη Ευστάθιου Μαράντωφ, ο οποίος είχε γεννηθεί το 1852 στην Ίμερα του Πόντου.
Σήμερα, τα μνήματα στο παλαιό νεκροταφείο της πόλης, στον αυλόγυρο του ναού του Προφήτη Ηλία, αποτελούν τις τελευταίες σιωπηλές μαρτυρίες ανθρώπων που εργάστηκαν, πρόκοψαν και επέστρεψαν μέρος της προκοπής τους στον Πόντο – ως συνειδητή επιλογή ευθύνης και συνέχειας.

















