Το ρήμα νεράσκουμαι της ποντιακής διαλέκτου (όπως και τα παράγωγά του1) είναι γνωστό σε πολλούς και σημαίνει αποστρέφομαι, σιχαίνομαι, αηδιάζω. Για την ετυμολόγησή του, ο Άνθιμος Παπαδόπουλος γράφει: «Από την πρόθεση ανά και το ρήμα εράσκομαι».
Κάποιοι διαφωνούν με αυτό, καθώς το «εράσκομαι» είναι ο παθητικός τύπος του «ερώ», δηλαδή «αγαπώ» (λένε αυτοί που διαφωνούν).
Αυτοί όμως που διαφωνούν, μάλλον δεν ανέτρεξαν στην παραπομπή που δίνει ο ίδιος ο Ανθ. Παπαδόπουλος («πβ. εράσκομαι», λέει), όπου βρίσκουμε το εξής: «Εράσκομαι: από το αρχ. εράω = ρίπτω έξω, χύνω». Και πράγματι, ανατρέχοντας στο πολύτομο (και πολύτιμο) Λεξικόν όλης της ελληνικής γλώσσης του Δ. Δημητράκου, η δεύτερη σημασία του «εράω / ερώ» είναι αυτή ακριβώς: «εκχύω». Και από αυτήν προκύπτει και το «έραμα», δηλαδή ο …αρχαιοελληνικός εμετός, και φυσικά και το νεοελληνικό ρήμα «ξερνώ».
Άρα, μάλλον κάπου είχε δίκιο ο σπουδαίος Πόντιος αρχιμανδρίτης, φιλόλογος και λεξικογράφος, ο οποίος παραθέτει κι ένα ωραίο ποντιακό αίνιγμα,
’Κί θέλτς με, νεράσκεσαι με, και πάντ’ έρχεσαι ελέπ’ς με
[απ.: το αποχωρητήριο]
αλλά και την παροιμία:
Ας τον Γιώργην ενεράστα και τον Αγιγιώργην.
[εξαιτίας ανθρώπου τον οποίο αποστρεφόμαστε, σιχαινόμαστε και τον συγγενή του]
















