Ο Σταύρος Λιγερίδης γεννήθηκε στον οικισμό Κοτύλια, κτισμένο σε πλαγιά, σε υψόμετρο περίπου 750μ. στην κοιλάδα του Καλιάντερε, 26 χλμ νότια της Τραπεζούντας. Εκκλησιαστικά υπαγόταν στην Εξαρχία της μονής του Αγίου Γεωργίου Περιστερεώτα και από το 1902 κι έπειτα άνηκε στη δικαιοδοσία της μητρόπολης Ροδοπόλεως.
Πριν από το 1914 ο ελληνικός πληθυσμός της περιοχής ανερχόταν στους περίπου 200 κατοίκους που μιλούσαν ποντιακά.
Διατηρούσαν εκκλησία, αφιερωμένη στον Άγιο Γεώργιο και δημοτικό σχολείο. Εκτός από όσους ασχολούνταν με τη γεωργία και την κτηνοτροφία, στον οικισμό υπήρχαν και αρκετοί τεχνίτες, όπως γανωτζήδες, που εργάζονταν ως επί το πλείστον σε πόλεις του εσωτερικού της Τουρκίας.
Η μαρτυρία που ακολουθεί περιλαμβάνεται στο Αρχείο Προφορικής Παράδοσης του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, της μεγαλύτερης και παλαιότερης συλλογής προφορικής ιστορίας στην Ελλάδα και από τις σημαντικότερες της Ευρώπης.
≈
Οκτώβριος του 1922 ήτανε και ήμαστε μαζεμένοι όλοι στο καφενείο του Τσερκές. Βράδυ ήτανε κι έρχονται ξαφνικά τζανταρμάδες μέσα στο καφενείο και μας πιάνανε έναν έναν όλους τους Ρωμιούς που ήμαστε εκεί. Καμιά πενηνταριά άνθρωποι ήμασταν μαζεμένοι, όλοι ξενιτεμένοι, οι περισσότεροι απ’ της Τραπεζούντας την περιοχή. Μας πήρανε και μας πήγανε στη φυλακή και μας κλείσανε.
Την άλλη μέρα το πρωί, ήρθε και μας είδε στη φυλακή ένας πολύ καλός Τούρκος που μας ήξερε όλους, ο Χατζή-Αλής, κι αυτός μας είπε: «Πολύ κινδυνεύετε. Έγινε Ανταλλαγή και όσοι είναι στα παράλια θα μπορέσουνε να φύγουνε να πάνε στα μέρη τους. Τους άλλους, εδώ στο εσωτερικό, θα τους σφάξουνε όλους. Εσείς, λοιπόν, να κάνετε πως θέλετε να γίνετε Τούρκοι, να μπορέσετε να γλιτώσετε». Εμείς είπαμε όπως μας οδήγησε ο Χατζή-Αλής. Πολύ καλός άνθρωπος. Κατά την πίστη του να ιδεί τα χώματά του.
Έτσι μας βγάλανε απ’ τη φυλακή. Είχαμε όμως την αγωνία γιατί δεν ξέραμε τι θα γίνει.
Σε λίγες μέρες ήρθε διαταγή απ’ την Άγκυρα πως όσοι είναι κάτω από σαράντα χρονώ θα πάνε αιχμάλωτοι στο Χαλέπι και οι άλλοι θα φύγουνε για την Ελλάδα. Τότε ακούσαμε πως πραγματικά, όπως μας είχε πει ο Χατζή-Αλής, είχε βγει φιρμάνι να σφαγούνε όλοι οι Έλληνες που βρίσκονταν στο εσωτερικό της Τουρκίας και μόνο από τα παράλια να φύγουνε για την Ελλάδα. Ο Κεμάλ, όμως, εμπόδισε το φιρμάνι και είπε «αν κάνουμε τέτοιο πράγμα, δε θάχουμε τόπο να σταθούμε ύστερα».
Έτσι έγινε η διαταγή να φύγουμε εμείς, οι νέοι, για το Χαλέπι. Ήμασταν δώδεκα άντρες, όλοι από τα χωριά της Γαλίαινας εκτός από έναν που ήταν Κερασούντιος. Δώδεκα εμείς και δώδεκα τζανταρμάδες μαζί να μας φυλάγουνε. Όταν ξεκινήσαμε να φύγουμε, είδαμε τον Χατζή-Αλή πολύ στενοχωρημένο. Δεν είπε τίποτε, αλλά τα μάτια του ήτανε δακρυσμένα.
Μια μέρα περπατούσαμε με τους τζανταρμάδες κι εκεί που πηγαίναμε, νύκτα πια, έρχονται με τ’ αλόγατα δυο άλλοι τζανταρμάδες απ’ την Άγκυρα με διαταγή στο χέρι τους και ρωτούνε τους δικούς μας: «Αυτοί είναι οι γκιαούρηδες;».
Οι τζανταρμάδες οι δικοί μας τους είπανε ναι, και τότε αυτοί διαβάσανε τη διαταγή που είχανε και είπαν πως θα γυρίσουμε πίσω, είμαστε ελεύθεροι.
Όταν γυρίσαμε στο Τσερκές, μάθαμε την αλήθεια. Ο Χατζή-Αλής μάς είπε ότι μας είχανε όλους εμάς τους δώδεκα για σφαγή, αλλά έγινε η οπισθοχώρηση του ελληνικού στρατού στο Εσκί Σεχίρ και επειδή οι Τούρκοι είχανε μεγάλη χαρά, αποφασίσανε να μας χαρίσουνε τη ζωή. Ο Χατζή-Αλής τα ήξερε βέβαια όλα αυτά, γι’ αυτό ήτανε τόσο στενοχωρημένος όταν μας είδε να φεύγουμε, αλλά δεν μπορούσε να κάνει τίποτε.
Σε λίγες μέρες φύγαμε για την Άγκυρα. Αυτή τη φορά ο Χατζή-Αλής δάκρυσε πάλι γιατί θα μας χωρίζονταν, αλλά ήτανε ήσυχος. «Τώρα θα πάτε στους παππούδες σας» μας είπε και μας φίλησε όλους. Στην Άγκυρα βρήκαμε χαρές και πανηγύρια. Η πόλη ήτανε σημαιοστολισμένη και όλοι τους γλεντούσανε που είχε πάει πίσω ο στρατός ο ελληνικός. Δε μας πείραξε όμως κανείς. Από κει νοικιάσαμε αλόγατα -πέντε, δέκα παγκανότες για το καθένα- και φύγαμε για το Ζογκουλτάκ, να πάρουμε από κει πλοίο και να πάμε στην Πόλη κι από κει μ’ άλλο πλοίο να φύγουμε για την Ελλάδα.
Είμαστε καμιά πενηνταριά άνδρες, διάφορες ηλικίες, όλοι ξενιτεμένοι, το πλείστον Τραπεζούντιοι και Γαλινέτες.
Μας συνόδευαν πάλι Τούρκοι χωροφύλακες. Είχανε το φόβο, φαίνεται, μη κάνουμε τίποτε στο δρόμο. Ήθελαν να μας τυρρανούνε ως την τελευταία στιγμή που θα φεύγαμε. Ποιος ξέρει! Τρία ολόκληρα χρόνια ξυπνούσαμε και κοιμόμαστε με την αγωνία. Αυτό ήτανε το τελευταίο. Τρεις μέρες κάναμε να πάμε απ’ την Άγκυρα στο Ζογκουλτάκ. Στο δρόμο δε μας άφησαν τίποτε να ψωνίσουμε απ’ τα χάνια που βρίσκαμε. Όταν φτάσαμε στο Ζογκουλτάκ, μας άφησαν πια ελεύθερους. Εκεί βρήκαμε εύκολα πλοίο -τουρκικό- με πληρωμή βέβαια, και φύγαμε για την Πόλη.
Άμα βγήκαμε στον Πόλη μας πήγανε αμέσως στο Γαλατά, στην εκκλησία της Παναγίας. Εκεί μέσα ήτανε και πολλοί άλλοι Μικρασιάτες. Όχι απ’ την Τραπεζούντα όμως. Από ποια μέρη ήτανε δεν μπορώ να θυμούμαι. Όχι Πόντο πάντως.
Αυτοί φύγανε αργότερα, στα 1923, και στην Πόλη τους κλείσανε όλους στο «Σελιμιέ» και τραβήξανε πολλά και αρρωστήσανε και πεθάνανε. Απ’ την κόλαση περάσανε.
Εκεί στην εκκλησία της Παναγίας είχε Άγγλους στρατιώτες όλο. Τούρκους δεν είχε. Μπορούσαμε ελεύθερα και κυκλοφορούσαμε.
Ήτανε λίγο δύσκολο να φύγεις, Νοέμβριος του 1922 ήτανε, γιατί είχε μαζευτεί πολύς κόσμος στην Πόλη και όλοι θέλανε να φύγουνε και δεν μπορούσες να βρεις θέση στο πλοίο. Και οι Ρωμιοί της Πόλης, βλέπεις, κι «εταμπλήδες» ακόμη, τρομαγμένοι απ’ το κακό που είχε γίνει στη Σμύρνη, θέλανε να φύγουνε, να πάνε στην Ελλάδα να ζήσουνε χωρίς την αγωνία της σφαγής. Τέλος πάντων, βρήκαμε εισιτήριο στο ελληνικό πλοίο «Άνδρος».
Είκοσι μέρες μείναμε μέσα στο καράβι. Σ’ όποιο λιμάνι πηγαίναμε δε μας θέλανε να βγούμε. Πρώτα, βέβαια, αράξαμε στον Πειραιά. Νομίζαμε πως θα βγούμε, αλλά ο καπετάνιος μάς είπε πως του στείλανε διαταγή να μη μας ξεμπαρκάρει και να μας πάει στη Λευκάδα. Κι εκεί δε μας δέχτηκαν. Πήγαμε στην Πάργα, αλλά ούτε εκεί μας άφησαν να κατεβούμε απ’ το πλοίο. Στο τέλος μας πέταξαν στην Ηγουμενίτσα.
Μια εβδομάδα μείναμε εκεί, στο ύπαιθρο. Ούτε σκηνές, ούτε τίποτα. Μαύρο και κακό χάλι. Στο πλοίο είχαμε γεμίσει τέτοια ψείρα, που άνθρωπος δεν το πιστεύει. Αφού, όταν βγήκαμε εκεί στην παραλία, βρέθηκε μια γυναίκα -πρόσφυγα κι αυτή απ’ το Γκüμüσχανά με δύο μικρά παιδιά- και είπε να βρούμε ένα καζάνι να βράσουμε τα ρούχα μας, να γλιτώσουμε απ’ την ψείρα. Όταν μάζεψε ξύλα, έβαλε φωτιά κι έβρασε νερό.
Έβαλε τα ρούχα μέσα να βράσουνε και γέμισε επάνω το νερό απ’ τις ψείρες. Μαύρισε το νερό απ’ τα ζωύφια.
Ύστερα ήτανε και η πείνα. Άγριο πράμα. Μαύρισε το μάτι μας για ψωμί. Πηγαίναμε στους φούρνους και βλέπαμε τα καρβέλια τα ψωμιά και δίναμε χρήματα για να πάρουμε κι ο χωροφύλακας ο Ρωμιός, σα να ήτανε «τζανταρμάς» Τούρκος, δεν άφηνε. «Θα πάρετε ό,τι σας ανήκει», έλεγε, και μας έδιναν μια φέτα ψωμί και τ’ άλλα δεν ξέρω τι τα κάνανε. Πήγα, θυμούμαι, να φάω σ’ ένα εστιατόριο γιατί είχα χρήματα, και ζήτησα μια φασολάδα. Μ’ όλη την πείνα που είχα δεν μπόρεσα να φάω. Δεν τρώγονταν. Πήγα τότε σ’ ένα μπακάλη κι αγόρασα κρυφά ρύζι, πήρα και λάδι και φώναξα τη γυναίκα, την πρόσφυγα απ’ το Γκüμüσχανά που μας είχε βράσει τα ρούχα και της έδωσα το ρύζι και το λάδι και της είπα να βρει τρόπο να κάνει ένα πιλάφι. Τα παιδιά της κλαίγανε και φωνάζανε «ψωμί, ψωμί». Εκείνη πραγματικά κατάφερε κι έκανε το πιλάφι κι έφαγα κι εγώ και τα παιδιά και γιορτάσαμε αλήθεια.
Μας βοήθησαν πολύ οι Τούρκοι που βρήκαμε εκεί. Ήτανε ανταλλάξιμοι και δεν είχανε φύγει ακόμη για την Τουρκία. Κλαίγανε όλοι τους που θα φεύγανε. Εμάς μας βλέπανε με αγάπη. Έρχονταν και μας μιλούσανε και ζητούσανε πληροφορίες για τα μέρη που θα πήγαιναν. Δεν ήξεραν την Τουρκία καθόλου. Σαν Έλληνες ήτανε. Δακρύζανε που μας βλέπανε και λέγανε -«Σαν εσάς θα γίνουμε κι εμείς».
Ύστερα που φύγανε οι Τούρκοι κι αδειάσανε τα χωριά, φέρανε αλόγατα οι χωροφύλακες και μας πήρανε όλους και μας πήγανε στους Φιλιάτες. Έξι μήνες έμεινα και ύστερα έφυγα κι εγώ για τον Πειραιά. Εκεί ήτανε πολλοί δικοί μας, το λιμάνι είχε κίνηση κι η δουλειά ήτανε πιο εύκολη. Αλλά κι αυτοί που τους μοίρασαν στα χωριά της Ηπείρου δεν έμειναν πολύ. Έφυγαν και πήγαν στη Μακεδονία. Προσφυγομάνα έγινε η Μακεδονία. Εκεί μόνο μπόρεσαν και ρίζωσαν οι πρόσφυγες.
















