Ο Γεώργιος Παπαδόπουλος ζούσε στην Τοκάτη (Τοσκάτη, Τοκάτιον, Ευδοκιάς, Ευδοκιούπολις) ή αρχαία Δαζιμωνίς, πρωτεύουσα του ομώνυμου σαντζακίου. Ιδρύθηκε από τους κατοίκους των Κομάνων στα χρόνια του αυτοκράτορα Ηρακλείου, παίρνοντας το όνομα της αδελφής του Ευδοκίας. Οι Τούρκοι (Σελτζούκοι) πρόφεραν το όνομά της παραφθαρμένα Κρατοκία πριν το αλλάξουν σε Τοκάτη.
Στην περιοχή υπήρχαν 12 οικισμοί με πληθυσμό χριστιανών ορθόδοξων, ενώ οι περισσότεροι κάτοικοι ήταν Τούρκοι (περίπου 20.000 άτομα). Υπήρχαν Αρμένιοι (περίπου 12.000), 300 οικογένειες Ελλήνων (περίπου 2.000 άτομα) και περίπου 3.000 Εβραίοι. Οι Έλληνες κάτοικοι ήταν γηγενείς και μιλούσαν τουρκικά, καθώς και αρμενικά, λόγω των συχνών εμπορικών συναλλαγών με τους Αρμένιους της περιοχής.
Η μαρτυρία που ακολουθεί περιλαμβάνεται στο Αρχείο Προφορικής Παράδοσης του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, της μεγαλύτερης και παλαιότερης συλλογής προφορικής ιστορίας στην Ελλάδα και από τις σημαντικότερες της Ευρώπης.
≈
Πόλεμος 1914. Έξοδος 1922. Χίλια εννιακόσια δεκατέσσερα στο μεγάλο Σεφερμπελίκ όλους μάς μάζεψαν και μας έστειλαν «αμελέ ταμπουρού». Πρώτα πληρώναμε και γλιτώναμε το στρατό και τότε πληρώσαμε και πάλι μας πήρανε και άμα το είπανε – «να σας δώσει η κυβέρνηση τα λεπτά σας πίσω». Πεντάρα δε δώσανε και μας πήρανε.
Δουλεύαμε στ’ αμελέ ταμπουρού, πέτρα σπάναμε, δρόμο κάναμε, ό,τι κτίσιμο, γιαπί ήτανε δουλεύαμε, όλο αγγαρεία είναι αμελέ ταμπουρού. Φαΐ, μόνο ψωμί δίνανε. Έπεσε αρρώστια μεγάλη τύφος κοιλιάς, τύφος ψείρας. Μας πήγανε στο Ρεσαdιέ. Εκεί δουλεύαμε κι εγώ αρρώστησα με τύφο κοιλιάς. Μόνο δέκα μέρες πρόλαβα κι έμεινα Ρεσαdιέ κι αμέσως πλάγιασα. Με είδε Τούρκος γιατρός, νοσοκομείο στο Ρεσαdιέ δεν είχε, μ’ έστειλε Νίκσαρ.1 Εκεί πλάγιασα δύο μήνες στο νοσοκομείο στο Νίκσαρ. Ύστερα ο Τούρκος γιατρός είπε εγώ θα σε γράψω χαρτί να πας πατρίδα σου Τοκάτ να περπατήσεις.2 Εγώ καλά δεν ήμουνα.
Άμα πήγα Τοκάτ κι έδειξα το χαρτί με κρατήσανε μέσα στην πόλη και με βάλανε «νοκτά»,3 να μην πάω πάλι αμελέ ταμπουρού. Δύο μήνες έμεινα «νοκτά» και ύστερα πάλι αρρώστησα, «άντε μπακαλούμ», πάλι νοσοκομείο με στείλανε μέσα στο Τοκάτ. Γιατρός εγχείρηση έκανε, είπε απ’ την αρρώστια όγκο έπαθα. Δύο μήνες πλάγιασα νοσοκομείο και με βγάλανε να περπατήσω. Πόλεμος δεν τελείωσε, πάλι «νοκτά» με βάλανε. Δύο μήνες στάθηκα όρθιος και πάλι αρρώστησα, κι «άντε μπακαλούμ» πάλι νοσοκομείο με πήγανε, πάλι πλάγιασα δύο μήνους, τρεις μήνους, πάλι γιατρός είπε να βγω έξω να περπατήσω. Πόλεμος τελείωσε, ανακωχή έγινε, εγώ όλο άρρωστος ήμουνα.
Στο Μερτζεφούν μεγάλο αδελφό είχα, αυτός είπε να πάω εκεί να μπω σε μεγάλο νοσοκομείο αμερικάνικο να δω την υγεία μου.
Έφυγα μαζύ με τη μητέρα μου, πληρώσαμε και μπήκα σ’ αμερικάνικο νοσοκομείο. Εκεί Αμερικάνος γιατρός επτά φορές εγχείρηση μ’ έκανε, εννέα μήνες στο νοσοκομείο πλάγιασα. Αυτός ο γιατρός μ’ έσωσε. Είπε εσένα Τούρκος γιατρός δεν μπορούσε να σε κάνει καλά, πολύ δύσκολο ήτανε.
Γύρισα Τοκάτ, γερός ήμουνα, άνοιξα δικό μου μαγαζί, δούλευα ραπτική. Ένα χρόνο δουλειά έκανα, 1920 εξορία μάς βγάλανε. Μας πήγανε στους Κούρδους μέσα στη Μαλάτεια. Όλο πορεία πήγαμε, καρότσα ν’ ανέβεις δε σ’ αφήνανε, Τούρκος με το καμουτσί στέκονταν και δε σ’ άφηνε ν’ ανεβείς.
Πεθαίνανε άνθρωποι από κούραση, από αρρώστια, από πείνα. Ένα ξερό ψωμί μάς έδιναν μόνο και τίποτε άλλο.
Ενάμισο χρόνο μείναμε στη Μαλάτεια. Ο Θεός μεγάλος είναι, εφέντη μ’, βοήθησε και σωθήκαμε. Εκεί ήμαστε πολλοί και από Τοκάτ και από Σπάρτα και από Αττάλεια. Τοκατλü ήμαστε καμμιά ογδονταριά. Ελεύθερα μας είχανε και ό,τι δουλειά πιάναμε, κτίζαμε, σε δρόμο δουλεύαμε, πέτρα σπάναμε, πέτρα κουβαλούσαμε. Εγώ σε κάμαρα έμενα. Ένας Αρμένης ήτανε και Τούρκος έγινε, κι αυτός μας νοίκιαζε κάμαρα.
Εκεί διαταγή ήρθε να φύγουμε. Μας φώναξε Τούρκος και μας είπε:
— «Πατρίδα σας θα πάτε, Τοκάτ θα γυρίσετε και σε 24 ώρες θα σηκωθείτε να φύγετε να πάτε πατρίδα σας. Έτσι είναι διαταγή».
Πήγαμε Τοκάτ. Εγώ εκεί βρήκα γυναίκα μου πεθαμένο, μητέρα μου ζούσε μόνο και αδελφός μου. Όλοι μαζεύανε πράματά τους να φύγουνε. Την άλλη μέρα που πήγαμε Τοκάτ ήρθε χωροφύλακας σπίτι μου, κτύπησε πόρτα και λέει: — «Εσένα Διοίκηση θέλει νάρθεις αμέσως». Πήγα, εκεί βρήκα άλλους 8-10 μαζεμένους, Σεφαλίδης ήτανε, Δημητριάδης ήτανε και άλλοι ήτανε.
— «Τι θα γίνει;» λέω. Δημητριάδης είπε, μη φοβάσαι. Θα φύγουμε, για το φόβο μάς πιάσανε να μην ειδοποιήσουμε Τσετέδες δικούς μας στα βουνά και γίνει φασαρία. Ο Τούρκος πολύ φόβο είχε τον δικό μας Τσετέ. Γι’ αυτό κράτησε και γυναικόπαιδα δικά μας μέσα στο Τοκάτ και ούτε εξορία τα έστειλε, ούτε τα πείραξε.
— «Άμα διώξουμε γυναικόπαιδα» λέγανε, «θάρθει Τσετές δικός από βουνά και θα μας κόψει».
Άμα φύγαμε εμείς όλοι από Τοκάτ και οι Τσετέδες σιγά σιγά φύγανε από βουνά πήγανε Σαμψούν μπήκανε σε βαπόρι και ήρθανε Ελλάδα. Τσετές δεν χάνεται ποτέ. Μακεδονία πήγανε.
Εμάς κλεισμένους είχανε, γυναικόπαιδα φεύγανε, βγάλανε κι εμάς τελευταία στιγμή και φύγαμε μαζί. Καιρό δεν είχα να μαζέψω πράματα του σπιτιού, η μητέρα μου πολύ γριά ήτανε δεν μπορούσα, είδα έναν Τούρκο γνωστό μου του λέω ένα καρότσι να πιάσεις να πάρω κι εγώ μητέρα μου να φύγουμε και τα πράματα ας χαθούνε.
Εκείνος έφερε καρότσι και είπε: — «για τα πράματά σου μη στενοχωριέσαι, πήγαινε Σαμψούν κι εγώ θα σου τα στείλω εκεί όλα». Τίποτε δεν έστειλε. Κάθε εβδομάδα από Σαμψούν έγραφα, είδηση δεν πήρα.
Πέντε μέρες κάναμε με το καρότσι να πάμε Σαμψούν. Εκεί βρήκα δουλειά και δούλευα και κέρδιζα λεφτά. Πλοία έρχονταν και παίρνανε τους «μουατζίρ». Γεμάτο ήτανε Σαμψούν. Εγώ λεφτά έβγαζα, δε με πείραζε κανείς, είπα να φύγω με τους τελευταίους. Τέλη Αυγούστου 1922 φύγαμε από Τοκάτ κι εγώ έφυγα από Σαμψούν Ιούνιο του 1923.
Πληρώσαμε και φύγαμε με ιταλικό καράβι. Πέρασε από Ισταμπούλ λιμάνι αλλά δε μας αφήσανε να βγούμε έξω. Εγώ είχα συγγενείς εκεί ήθελα να βγω να τους δω αλλά ήρθε μέσα στο πλοίο Τούρκος χωροφύλακας και είπε αυστηρή διαταγή είναι να μη βγει έξω κανένας. Από κει ήρθαμε κατευθείαν Πειραιά. Μια οικογένεια ήτανε μαζί μας από Τοκάτ. Οι άλλοι είχανε φύγει νωρίτερα.
Επιτροπή στο Σαμψούν είπε εμείς να μην περάσουμε καραντίνα, δεν είχε αρρώστια τίποτε σε μας. Εδώ άμα βγήκαμε Πειραιά δεν ακούγανε και μας βάλανε μέσα. Μείναμε στον Άι Γιώργη 10 μέρες, μας κουρέψανε και βάλανε στον κλίβανο τα ρούχα μας.
Ύστερα ήρθε αδελφός μου μεγάλον νεώτερος και μας βρήκε και μας έφερε στη Νέα Ιωνία. Εκείνος είχε έρθει πιο μπρος από μας.
Μαλάτεια ήτανε, και με το «χέρι των Κούρδων» κατάφερε κι έφυγε, χρήματα τούς έδωσε και πήγε Μπεϋρούτ, μπήκε από κει σε πλοίο και ήρθε στην Ελλάδα. Τώρα εκείνος πέθανε, έξι εφτά χρόνια είναι κι εγώ έζησα. Δεύτερη γυναίκα πήρα εδώ στην Ελλάδα κι εκείνη πέθανε, μόνος εγώ έμεινα.
















